Άπαιχτη! Ρισπέκτ στη διαφημιστική.

November 17, 2009


Αυτή η φωτογραφία απεικονίζει μια βίαιη εισβολή πριν από 36 χρόνια. Κάθε φορά που βλέπω αυτή ή παρόμοιες, σκέφτομαι πόσες εισβολές πραγματοποιούνται καθημερινά πλέον γύρω μου. Αναίμακτες, κι αυτές είναι που αφήνουν τις χειρότερες πληγές.

November 10, 2009

Στην προηγούμενη ανάρτηση έγραφα για τη συλλογική μνήμη και τη διατήρησή της. Η Γερμανία είναι μια από τις χώρες που με έχει εντυπωσιάσει πολύ με τον τρόπο που αντιμετωπίζει την πρόσφατη ιστορία της. Δεν ξεχνά τίποτα. Κι όταν λέω τίποτα, το εννοώ.

Όσοι από εσάς έχετε ζήσει στη Γερμανία ή έχετε Γερμανούς φίλους, ασφαλώς καταλαβαίνετε. Μια συζήτηση για τον Χίτλερ μπορεί να κάνει και τον πιο συγκροτημένο Γερμανό να χάσει την ψυχραιμία του. Μάλιστα, υπήρχε και νόμος που απαγόρευε να βαφτίζουν τα παιδιά τους Αδόλφο - δεν ξέρω αν ισχύει ακόμα. Τα στρατόπεδα συγκέντρωσης διατηρούνται ευλαβικά σαν μουσειακοί χώροι. Υπάρχουν νέοι που πηγαίνουν εθελοντικά στο Ισραήλ και βοηθούν ανθρώπους που πέρασαν από τα στρατόπεδα, οι οποίοι σήμερα είναι κατάκοιτοι και χρειάζονται κάποιον να τους εξυπηρετεί. Αυτό ειδικά μου είχε κάνει τεράστια εντύπωση όταν το έμαθα, γιατί αναρωτήθηκα τι σημάδια πρέπει να έχει αφήσει το Ολοκαύτωμα στο συλλογικό ασυνείδητο αυτού του λαού για να κουβαλούν την ενοχή τα εγγόνια του δράστη.

Πριν από χρόνια είχα βρεθεί στο Μουσείο της Ιστορίας της Βόννης (Haus der Geschichte). Είναι ένας τεράστιος χώρος με αναφορές στη σύγχρονη Γερμανική ιστορία, από τo 1945 και μετά. Είχαμε καταπληκτικό ξεναγό, ο οποίος στο τέλος μας οδήγησε σε έναν χώρο περιτριγυρισμένο από μαύρα σέπια, με μοναδικό έπιπλο έναν πάγκο στη μέση μ' ένα τεράστιο βιβλίο. «Είναι ονομαστικός κατάλογος των θυμάτων του Πολέμου», μας εξήγησε, και μετά μας μίλησε ώρα πολλή για την αντανάκλαση αυτής της περιόδου στον ψυχισμό των σύγρονων Γερμανών.

Φιλολογία, θα μου πείτε - τα νεοναζί κινήματα κάνουν την παρουσία τους αισθητή εκεί όπως και παντού. Ναι, αλλά η ανεκτικότητα του κοινωνικού ιστού απέναντί τους είναι πολύ μικρότερη απ' ό,τι σε άλλες χώρες, κι ας μην ξεχνάμε ότι μιλάμε για το λίκνο αυτών των κινημάτων. Δεδομένου ότι προέρχομαι από μια χώρα που ο άκρατος εθνικισμός είναι ένα μείγμα χριστιανισμού και λατρείας των αρχαίων ημών προγόνων, συστατικά δηλαδή εντελώς αντίθετα εκ φύσεως, δεν μπορώ να μη θαυμάσω τη συγκρότηση που επιδεικνύουν οι Γερμανοί στη σύγχρονή τους ταυτότητα. Ακόμα κι αν οι Δυτικοί αντιπαθούν τους υπανάπτυκτους Ανατολικούς επειδή πρέπει να τους ταΐζουν. Τέλος πάντων, θα ήθελα πολύ να δω πώς θα χειρίζονταν οι Έλληνες μια τόσο μελανή κηλίδα στη σύγχρονη ιστορία τους, αν και υποψιάζομαι πως θα της έκαναν ό,τι έχουν κάνει και στις λιγότερο μελανές: πέρασμα με μπλάνκο και η ζωή συνεχίζεται. Και σε όποιον μου αντιτάξει πως στην περίπτωση του Ολοκαυτώματος ανακατεύτηκε το λόμπι των Εβραίων και γι αυτό έχει αναχθεί σε τόσο μεγάλο θέμα, έχω να συστήσω ζεστές κομπρέσες και λιγότερες θεωρίες συνομωσίας. Γιατί τα νούμερα αποδεικνύουν πως ήταν μεγάλο θέμα, κι αυτό το γράφει ένας άνθρωπος που βγάζει σπυριά μ' έναν λαό που διατείνεται πως είναι ο εκλεκτός.

Λοιπόν, η πτώση του τείχους του Βερολίνου είναι για μένα ένα από τα πιο σημαντικά γεγονότα της σύγχρονης ιστορίας, όχι τόσο επειδή σηματοδότησε το τέλος του Ψυχρού Πολέμου, αλλά επειδή υποκινήθηκε από τον λαό. Από μέρες είχε στηθεί στην παλιά θέση του τείχους ένα τεράστιο ντόμινο που ζωγράφισαν παιδιά. Χθες στρώθηκα μπροστά στο CNN για να το δω να πέφτει. Στο βίντεο η ανταπόκριση του BBC. Δεν είναι υπέροχο;



Όσο για τις δηλώσεις Αλέκας («γιορτάζουν την παλινόρθωση του ιμπεριαλισμού») πραγματικά νομίζω πως δεν αξίζουν σχολιασμό. Είναι η πιο τρανή απόδειξη ότι το ΚΚΕ είναι εκτός τόπου και χρόνου, στυγνοί, οικτροί μαλάκες. Προφανώς πιστεύουν ότι οι Ανατολικογερμανοί που πανηγύρισαν την πτώση εκείνη τη νύχτα ήταν κι αυτοί δάκτυλοι της Δύσης. Πολύ θα ήθελα να τους μεταφέρω στην Ανατολική Γερμανία για ένα χρόνο, να ζήσουν στο πετσί τους τον υπαρκτό σοσιαλισμό. Enough said.

November 7, 2009

Εδώ και λίγο καιρό περνάω καθημερινά τουλάχιστον ένα δίωρο μεταφράζοντας gaming. Αν και δεν έπαιζα ποτέ, μου αρέσουν αυτά τα κείμενα γιατί είναι κυρίως διαφημιστικά - η καλύτερή μου.
Λοιπόν, είχα πολλές ευκαιρίες να στοχαστώ γύρω από την παρακμή της κοινωνίας μας και τώρα σίγουρα ακούγομαι σαν γριά καρακάξα, αλλά πείτε μου, τι να το κάνεις το ψηφιακό ζωάκι αντί να πάρεις ένα αληθινό; Και γιατί να περνάς τις ώρες σου μ' ένα πολυβόλο στα χέρια; Υπάρχουν και παιχνίδια που έχουν φανταστικό στόρι, με γαμάτους ήρωες κι ωραία γραφικά και μοιάζουν πολύ με παραμύθια, αλλά ακόμα και σ' αυτά με χαλάει το ότι πρέπει να εξολοθρεύεις αντιπάλους.
Τέλος πάντων, όλα αυτά ήταν ψιλά γράμματα μέχρι χθες. Γιατί χθες, μετέφρασα ένα κείμενο που περιέγραφε με ενθουσιασμό ένα παιχνιδάκι που εξομοιώνει μάχες. Πραγματικές, ιστορικές μάχες.
Με την πρώτη ματιά δεν έδωσα σημασία, μέχρι που συνάντησα το battle of Berlin. Ένας από τους βασικούς κανόνες όταν μεταφράζεις είναι να τσεκάρεις κάθε πραγματολογικό στοιχείο στο google, για να δεις ''πώς το λένε'' ή αν ''όντως το λένε έτσι όπως νομίζεις''. Αυτή η διαδικασία από ένα σημείο και μετά γίνεται τόσο αντανακλαστική, που σου παίρνει ελάχιστα δευτερόλεπτα. Αλλά μακρηγορώ.
Βλέπω το battle of Berlin λοιπόν, πατάω αφηρημένα στο google ''μάχη του Βερολίνου'' και πέφτω πάνω σ' αυτό.

Δείτε στο πλαίσιο δεξιά τις απώλειες αυτής της μάχης. Μιλάμε για πάνω από ένα εκατομμύριο κατεστραμμένες ζωές.

Νόμιζα πως η διατήρηση της ιστορικής μνήμης χρησιμεύει στο να μην ξανακάνουμε τα λάθη του παρελθόντος. Μικρή, αφελή Litanie!

Είναι φριχτό, φριχτό. Μιλάμε για μια από τις μεγαλύτερες καταστροφές που γνώρισε ο πλανήτης, καταστροφή σε όλα τα επίπεδα, κι εξήντα χρόνια μετά βγαίνει παιχνίδι που σου δίνει τη δυνατότητα να παίξεις μ' αυτές τις μάχες! Αν έχουν αυτοί που το σκέφτηκαν παππού που πολέμησε στο μέτωπο, ας πάνε να ζητήσουν την ευχή του.

Και κάτι άσχετο-σχετικό: η Ξένια Σιμόνοβα ήταν η νικήτρια του περσινού Ουκρανία Έχεις Ταλέντο. Αυτό, ναι, είναι από τους καλύτερους φόρους τιμής στον ανθρώπινο πόνο που έχω δει.


October 25, 2009


Εξηγήστε μου κάτι, γιατί μάλλον δεν μου κόβει και πολύ.

Επιλέγεις να δουλέψεις για 12, 24, 36 μήνες με μισθό 400 ευρώ και χωρίς ένσημα. Επαναλαμβάνω ΧΩΡΙΣ ΕΝΣΗΜΑ, τη στιγμή που, όπως είπε εύστοχα μια συνάδελφος, σε μερικές δεκαετίες ένα ένσημο θα πάει όσο μια ουγγιά χρυσός. Με λίγα λόγια, συνάπτεις με τη θέλησή σου μια εργασιακή σύμβαση λίγο καλύτερη απ' αυτές που προσφέρουν τα εργοστάσια της Ταϊβάν.

Ο λόγος είναι ότι σου έταξαν πως σε μερικά χρόνια θα σε χώσουν στο Δημόσιο απ' την πίσω πόρτα. Με αντάλλαγμα την ψήφο σου, φυσικά.

Ανακεφαλαιώνουμε:

Δέχεσαι μια κατάσταση που καταπατά όλα σου τα εργασιακά δικαιώματα, για την ακρίβεια βάζεις και μέσον για να πάρεις αυτή τη δουλειά, επειδή ο αρμόδιος σου τάζει πως θα σε χώσει στη ζούλα στον Παράδεισο της Τεμπελιάς, αρκεί να τον ξαναψηφίσεις.

Απορία 1: Πόσο θράσος μπορείς να έχεις για να διαμαρτύρεσαι όταν έρχεται ένας τρίτος και στο χαλάει; Τι ακριβώς λες - «θέλω πίσω το ρουσφέτι μου»;

Απορία 2: Εγώ τώρα πρέπει να σε λυπηθώ;

12:52 πμ

σκότος!

October 17, 2009


Δώδεκα και κάτι, είμαι στο ντους. Κι εκεί που σαπουνίζομαι ανέμελη και στοχάζομαι γύρω από την ανθρώπινη φύση, σβήνει το φως. Τέλεια.

Κοιτάζω γύρω μου ανήσυχη, πράγμα εντελώς μάταιο, αφού δεν έβλεπα ούτε τη μύτη μου, και ανοίγω το παραθυράκι για να δω έξω. Μαυρίλα παντού. Ωραία, αυτό σημαίνει πως δεν μ' έχει βάλει στο μάτι ο δολοφόνος του Scream, είναι γενικό μπλακ άουτ. Κλειδαμπαρώνω το παράθυρο για καλό και για κακό, ξεβγάζομαι με την ησυχία μου, σκουπίζομαι στα τυφλά και βγαίνω στο χολ.

Ενώ γενικά μου αρέσουν πολύ τα κεριά, μυστηριωδώς πώς, δεν έχω κανένα σ' αυτό το σπίτι. Ίσως επειδή όταν ήρθαν τα παιδιά απ' τη Θεσσαλονίκη μου έφεραν δώρο ένα γαμάτο σετ φωτιστικά με πολύ απαλό φως (το ένα πέθανε άδοξα στα χέρια της αδελφής μου κατά την τελευταία της επίσκεψη στην Αθήνα), ίσως επειδή οι τιμές τους στα περισσότερα μαγαζιά είναι εξωφρενικές κι άντε τρέχα να βρίσκεις φτηνά και ωραία κεράκια, το αμέλησα. Γεγονός είναι πως η μοναδική πηγή φωτός που δεν εξαρτάται απ' τη ΔΕΗ (κι αυτή για λίγο!) είναι το λατρεμένο μου λάπτοπ, που όταν είμαι σπίτι το έχω πάντοτε ανοιχτό.

Το λάπτοπ φωτίζει προς το παρόν το δωμάτιο, αλλά αρχίζω να νιώθω μια νευρικότητα. Γούστο θα 'χει να εξαντληθεί η μπαταρία πριν έρθει το ρεύμα!

Παίρνω τον Κ. τηλέφωνο.
-Όταν έρθεις φέρε και μερικά κεριά...
-Τι, έχει διακοπή; Γουστάρω!
Γι αυτό μ' αρέσει αυτός ο άντρας.

Έχω την ευτυχία να μένω σε μια πολυκατοικία με γείτονες κατά κανόνα εξυπηρετικούς. Οπότε, όταν ακούω την κοπελίτσα από δίπλα να γυρίζει στο διαμέρισμά της, ανοίγω την πόρτα και της ζητάω ένα κερί.

Γαμάτο, διακοσμητικό κεράκι, απ' αυτά που λυπάσαι να τα κάψεις. Το ανάβω κι ένα λεπτό μετά έρχεται το ρεύμα. «Κράτα το», μου λέει, «μπορεί να ξαναπέσει, το φέρνεις αύριο».

Η περιπέτεια του μπλακ άουτ έληξε εδώ. Ούτε δολοφόνοι, ούτε σκηνές απ' το Ψυχώ στο ντους. Αλλά θυμήθηκα μια φάση απ' τα φοιτητικά χρόνια στην Κέρκυρα και μ' έπιασαν τα γέλια:

Η φίλη μου η Φ. είναι ο κλασικός τύπος της φοβιτσιάρας. Η μοναδική περίοδος στη ζωή της που κοιμόταν μόνη της πρέπει να ήταν ο πρώτος της μήνας στο νησί, πριν τα φτιάξει με τον Β. και μοιραστεί μαζί του το κρεβάτι της για τα επόμενα τέσσερα χρόνια (ακόμα τα έχουν, αλλά πλέον από απόσταση. Περιμένουμε όλοι τον γάμο.)

Λοιπόν, ήταν ένα σκοτεινό, χειμωνιάτικο βράδυ του τρίτου έτους. Και ήσυχο επίσης, γιατί τ' αγόρια της παρέας είχαν βγει για ποτό. Κι εκεί που αράζαμε η καθεμιά στο δωμάτιό της στην εστία, έπεσε το ρεύμα.

Δεν θυμάμαι τι έκανα εκείνη την ώρα - πιθανότατα ήμουν ξαπλωμένη και διάβαζα, γιατί απλά άναψα τα κεριά και συνέχισα αυτό που έκανα και πριν. Δέκα λεπτά μετά με πήρε η κολλητή μου.
-Έλα, έχεις ρεύμα;
-Όχι, πρέπει να είναι γενική.
-Ήμουν στο μπάνιο ρε πούστη, δεν έβλεπα τίποτα και λούστηκα κατά λάθος με την μαλακτική!
-Χαχαχα. Η Φ. πού είναι;
-Δεν ξέρω, θα πάω τώρα από εκεί. Άκουγα το τηλέφωνο να χτυπάει, πρέπει να 'χει κλάσει μέντες. Πώς και δεν σε πήρε;
-Δεν ξέρει ότι έχω ρεπό σήμερα, θα νομίζει ότι είμαι στο μαγαζί.
-Θα έρθεις;
-Βαριέμαι.
-Καλά.

Πέντε λεπτά μετά ξαναχτυπάει το τηλέφωνο. Είναι πάλι η Χριστίνα, σκασμένη στα γέλια αυτή τη φορά.
-Έλα αμέσως στη Φ!

Σηκώθηκα και πήγα. Η εστία ήταν θεοσκότεινη, κατέβηκα δυο ορόφους, είχα αφήσει το κινητό στο δωμάτιο και κόντεψα να σκοτωθώ στις σκάλες. Χτυπάω την πόρτα, μου ανοίγουν... και εγένετο φως!

Η αθεόφοβη, είχε ανάψει ό,τι μπορούσε να καεί. Τέσσερις οχτάδες ρεσώ διαφόρων χρωμάτων, καμιά εικοσαριά απ' τη σακούλα-γίγας, όλα τα μεγάλα και μερικά ακόμα μικρά, απ' αυτά που έχουν σχήμα νούφαρου κι επιπλέουν στο νερό. Όλο το στοκ του εξαμήνου ήταν απλωμένο σε γραφείο και κομοδίνα. Με το που είδα το βουναλάκι με τις ζελατίνες, έβαλα τα γέλια.

-Ρε συ Φ., πώς και δεν άναψες και τα λεξικά, να φτιάξεις μια ωραία φωτιά στη μέση του δωματίου;
-Ναι, κάθε σπίθα και πεντάευρο. Δεν θα 'σαι καλά!
(Αλήθεια λέει. Κάθησα και τα υπολόγισα: αν πουλήσω όλα τα λεξικά μου, βγάζω μεταχειρισμένο αμάξι. Ή ταξίδι στη Νέα Υόρκη.)

Το ρεύμα ήρθε λίγο μετά, αλλά όλη την υπόλοιπη χρονιά βλέπαμε τις στοίβες με τα μισοκαμένα κεριά και μας έπιαναν γέλια. Της Φ. σκασίλα της.

«Κοροϊδέψτε όσο θέλετε» μας έλεγε χωρίς να κουνήσει βλέφαρο. «Εγώ φοβάμαι.»

Έχουν περάσει τέσσερα χρόνια κι είναι σαν χθες.

που δεν ξέρω πώς θα ζούσα σ' έναν κόσμο που δεν θα υπήρχες.




October 11, 2009

7:53 μμ

το Φίλεμα


Εδώ κι ένα χρόνο τριγυρνάω την Αθήνα με αμείωτο ενθουσιασμό. Αφήνομαι να με τραβάνε σε μυστήρια μπαράκια, καταχωνιασμένα καφέ και ταβερνεία που δυσκολεύεσαι να τα βρεις στο χάρτη κι όταν φτάσεις πρέπει να κατέβεις δέκα σκαλιά ή να κάνεις αμπεμπαμπλομ σε δυο πόρτες. Αυτά απ' τις μισές μου παρέες. Οι άλλες μισές με τραβάνε σε πιο mainstream στέκια, πράγμα εξίσου απολαυστικό, αφού η πιο ευχάριστη έκπληξη των τελευταίων μηνών ήταν η πλατεία Καρύτση.

Λοιπόν, χθες και προχθές γνώρισα δυο διαμετρικά αντίθετα μεζεδοταβερνεία. Της Πέμπτης περνά τις εξετάσεις και λέω να το κάνω στέκι, στης Παρασκευής θα ξαναπάω μόνο δεμένη πισθάγκωνα.

Πέμπτη απόγευμα, με την κολλητή στο κέντρο. Έχουμε πιει καφέ στην Καρύτση και κάνουμε βόλτα, όταν μας πιάνει η γνωστή λιγούρα που απαιτεί τηγανιά εδώ και τώρα! Θυμάμαι ένα μεζεδοπωλείο για το οποίο έχω ακούσει καλά λόγια. Είναι το Φίλεμα, με τραπεζάκια πάνω στον πεζόδρομο της Ρόμβης. Ενώ όταν πήγαμε ήταν ψιλοάδειο, καθώς περνούσε η ώρα ζωντάνευε και γύρω στις οχτώμισι ο κόσμος περίμενε όρθιος για τραπέζι. Και όχι άδικα. Το φαγητό ήταν σούπερ, οι μερίδες τεράστιες, τα μεγάφωνα έπαιζαν ρεμπέτικα σε χαμηλή ένταση κι όσο για το σέρβις... Επειδή γινόταν πανικός, χρειάστηκε δυο φορές να υπενθυμίσουμε στον σερβιτόρο ότι ζητήσαμε κάτι. Και τις δυο φορές αυτό το κάτι ήρθε αμέσως μετά, συνοδευόμενο από συγγνώμη, χαμόγελο κι ένα καραφάκι κερασμένο. Έπαθα πλάκα. Έξτρα μπόνους το γλυκό στο τέλος, το οποίο μεν δεν έλεγε πολλά, αλλά λίγα μαγαζιά το προσφέρουν στην Αθήνα, ενώ στη Θεσσαλονίκη θεωρείται αυτονόητο.
Κόστος για δυο άτομα μέχρι σκασμού: 25 ευρώ.

Παρασκευή βράδυ, στον Νέζο στο Γκάζι. Έχουμε κλείσει τραπέζι για να υποδεχτούμε φίλο απ' τη Νορβηγία (ευτυχώς Έλληνα, γιατί αν πήγαινα ξένο εκεί θα διπλοκαταριόμουν). Ο πρώτος έφτασε δέκα λεπτά νωρίτερα κι αρνήθηκαν να του σερβίρουν μια μπύρα μέχρι να φτάσουν κι οι υπόλοιποι. Το αφήνω ασχολίαστο.
Έχοντας δουλέψει σε καφέ, μπαράκια και αναψυκτήρια ως φοιτήτρια, μπορώ με την πρώτη να ξεχωρίσω την εμπειρία του σέρβις και την γενική οργάνωση του μαγαζιού. Και το συγκεκριμένο μέρος δεν έχει καμία απολύτως οργάνωση, κάτι που μπόρεσα να διαπιστώσω χάρη στη θέση του τραπεζιού μας πολύ πριν το διαπιστώσουν κι οι υπόλοιποι (δηλαδή, πολύ πριν η σερβιτόρα μας αδειάσει το ποτήρι στο τραπεζομάντηλο ή κάνει είκοσι λεπτά να μας φέρει μια κοκακόλα). Οι δυο κοπέλες τα είχαν εμφανώς χαμένα, όχι τόσο λόγω του κόσμου αλλά επειδή προφανώς κανείς δεν τους έχει δείξει πώς να δουλεύουν.
Υπάρχουν δυο ειδών αφεντικά: αυτά που ξέρουν τη δουλειά τους κι αυτά που δεν την ξέρουν. Σε όποια κατηγορία κι αν ανήκουν, μπορούν να επιλέξουν να βοηθάν όταν πέφτει κόσμος ή να μην κάνουν τίποτα. Όταν το αφεντικό σου δεν ξέρει, προσεύχεσαι να επιλέγει να κάθεται με σταυρωμένα χέρια, γιατί αλλιώς μόνο σύγχυση θα σου φέρει κι αυτό σας το υπογράφω με όλη τη βεβαιότητα που προσφέρει η εμπειρία. Χθες, λοιπόν, έβλεπα έναν εμφανώς άσχετο άνθρωπο, με πολύ κακή διάθεση, να προγκάει τις σερβιτόρες, να μπλέκεται στα πόδια τους και παρόλα αυτά να μην κάνει καμιά κίνηση για να τις βοηθήσει. Αλγεινή εντύπωση δεν έκανε μόνο σε μένα που ξέρω τη δουλειά - το θέαμα σχολιάστηκε κι από τους άλλους στο τραπέζι μας, αφού οι φωνές και τα μούτρα δεν πέρασαν απαρατήρητα από κανέναν.
Η μουσική ήταν μια μυστήρια υπόθεση, αφού στην αρχή δεν έπαιζε τίποτα, κάποια στιγμή ξεκίνησε σε χαμηλή ένταση κι αργότερα σταμάτησε και πάλι (μάλλον τέλειωσε το σιντί). Το φαγητό σε γενικές γραμμές ήταν εντάξει και το κεμπάπ σούπερ. Κόστος για έξι άτομα, επίσης μέχρι σκασμού: 104 ευρώ. Αλλά δεν ξαναπατάω. Αν θέλω κακή ενέργεια, μπορώ να δω Αυτιά.

Στη δική μας οικογένεια είχε προβλεφτεί η τεράστια ψαλίδα. Όταν, λίγες μέρες πριν, ακούσαμε τον 93χρονο παππού μας να χαρακτηρίζει τον Καραμανλή «τον άχρηστο, το ζούδι, έξι χρόνια δεν έκανε τίποτα, το γομάρι», κοιταχτήκαμε με νόημα. Νεοδημοκράτης ως το κόκαλο ο παππούς, σε σημείο που να μην μπορείς να κάνεις λογική συζήτηση μαζί του. Εννοείται πως την ψήφο πάλι εκεί την έριξε - τα πιστεύω κοντά ενός αιώνα δεν αλλάζουν έτσι εύκολα. Αλλά και μόνο η δήλωση...

-Ο κόσμος δεν είναι πια όπως τον ξέρουμε, μου είπε σκασμένη στα γέλια η αδερφή μου.

Το αποτέλεσμα έχει για μένα δυο όψεις: αφενός χάρηκα την καταβαράθρωση των μεν, αφετέρου έχω αλλεργία στην έπαρση των δε κι υποψιάζομαι πως τώρα θα γίνουν ανυπόφοροι. God help us.


Είχα πει πως δεν θα γράψω τίποτα για τις εκλογές, κι ας έχει ξεκινήσει το Σουρωτήρι εδώ και καιρό τα ποστ και με κάνει να νιώθω απολιτίκ. :Ρ Νιώθω πως θα επαναλαμβάνω τα αυτονόητα. Η διαφθορά, η αφερεγγυότητα, η ηλιθιότητα όσων τρέχουν κι ανεμίζουν σημαίες μου φαίνονται τόσο δεδομένες, που δεν χρειάζεται να τις σημειώσει κανείς. Είναι σταθερές όπως το γεγονός ότι, ξερωγώ, ο άνθρωπος αναπνέει. Το μαθαίνουμε παιδιά και το θεωρούμε αυταπόδεικτο.

Η παρακολούθηση του ντιμπέιτ είναι sine qua non για όσους απολαμβάνουν την ανθρώπινη βλακεία, αδυναμία που παραδέχομαι ότι με διακατέχει. Όπως και να 'χει, δώδεκα σουργελοίοι (κοπιράιτ νεολογισμού: Νίκος Λίγγρης) είναι μεγάλος πειρασμός. Το είδα με την αδερφή μου και το απολαύσαμε δεόντως. Ζουμ στις εμπνευσμένες ερωτήσεις του Σρόιτερ στον Τσίπρα, την τελική τοποθέτηση του δεύτερου με ύφος κρατάτε-με-θα-κάνω-χαρακίρι-απ'-τη-θλίψη («είδα πόνο, είδα δυστυχία, είδα λέπρα και κακία»), το τίμιο βλέμμα του γιου του ανθοπώλη και την εντυπωσιακή αντίθεσή του με την Αλέκα, που πρέπει να 'χει κι αυτή χρόνια να πάρει ρεπό, σαν τις νοσηλεύτριες του Αλέξη. Τη δεύτερη μονομαχία (σιγά τα αίματα) δεν άντεξα να τη δω για πολύ. Είπαμε ωραία η βλακεία, αλλά όχι και να πεθάνουμε από πλήξη.

Λοιπόν είδα το ντιμπέιτ, ξέρασα επαρκώς διαβάζοντας πάλι στο ίντερνετ ότι η λέξη είναι ελληνική και προέρχεται από το δίβατον (θεούλη μου, λυπηθείτε μας), δάκρυσα από τα γέλια με την εμπεριστατωμένη ανάλυση του Γιωρίκα, θα πάω στη Θεσσαλονίκη για 24 ώρες για να ψηφίσω και μπάστα. Δεν θέλω άλλο, λέμε!

Δεν θέλω άλλο Ευαγγελάτο, δημοσκοπήσεις, υπονοούμενα, γλειψίματα στους Πασόκους τώρα που θα ξαναδούν κυβέρνηση, δεν θέλω άλλη υστερία, άλλη μαλακία και κυρίως δεν θέλω άλλες διαφημίσεις!

Όταν δουλεύω ακούω πάντοτε ραδιόφωνο. Με βοηθάει να συγκεντρώνομαι, εκτός απ' όταν ο παραγωγός αρπάζει το μικρόφωνο και ξεχνάει να σταματήσει. Μοναδική εξαίρεση σ' αυτόν τον κανόνα είναι ο Κωνσταντίνος Τζούμας, που θα 'θελα να τον κλείσω σ' ένα δωμάτιο και να τον ακούω να μιλάει στην αιωνιότητα. Ένα ωραίο πρωί, λοιπόν, στρώθηκα να δουλέψω με τη βελόνα στον Εν Λευκώ. Κι εκεί με χτύπησε: Ακολουθεί πολιτική διαφήμιση.

Κόλαφος. Πήγα να το κλείσω και να βάλω την playlist, αλλά μετά είπα εντάξει, βρε αδερφέ, πόσες θα παίξει; Χα!

Είμεθα δημοκρατική χώρα. Τις διαφημίσεις τις παίζουμε εναλλάξ. Μια μπλε, μια πράσινη. Και η πλάκα είναι πως κάνουν και διάλογο, το κάθε σποτ απαντάει στο προηγούμενο. Debate reloaded. Κωνσταντίνε, γιατί μου το 'κανες αυτό;

Καταρχήν, η Νέα Δημοκρατία έχει θράσος και μόνο που βγάζει διαφημίσεις. Κανονικά θα 'πρεπε να συρθούν σ' ένα λαγούμι και να ξαναβγούν την επομένη των εκλογών. Νιώθω σαν να πήγα σε γιατρό, να μου 'βγαλε τη χολή αντί για τις αμυγδαλές και τώρα να με ρωτάει σαν να μην τρέχει τίποτα «κάνα μπάι πας θα κάνουμε;». Όχι, βρε μαλάκα, δεν θα κάνουμε. Προτιμώ να πάω από μόνη μου. Το δε ΠΑΣΟΚ μας προσκαλεί να δούμε μια άσπρη μέρα. Σαν να λέμε, είκοσι χρόνια είχαμε τα λευκότερα λευκά κι ήρθε η Νέα Δημοκρατία κι άφησε τους λεκέδες.

(Θέλω να) φαντάζομαι πως οι σταθμοί είναι υποχρεωμένοι να παίζουν τις διαφημίσεις. Επίσης (θέλω να) φαντάζομαι πως η δοσολογία είναι κι αυτή επιβεβλημένη. Θέλω να τα φαντάζομαι όλα αυτά, επειδή διαφορετικά οι άνθρωποι που κρατάνε στα χέρια τους την ψυχική μου υγεία είναι σαδιστές. Βάλτε κι ότι, όταν ένας μεταφραστής δουλεύει, κατά κανόνα τα νεύρα του είναι τσιτωμένα (με τον project manager, με το αρχείο που κολλάει, με τον συντάκτη του κειμένου που το γέμισε λέξεις που δεν υπάρχουν πουθενά) και θα καταλάβετε την κρισιμότητα της κατάστασης.

Κομμένο το ραδιόφωνο εδώ και δέκα μέρες. Αισθάνομαι σαν τον κύριο Μπένετ, που ανεχόταν την ηλιθιότητα σε όλους τους χώρους του σπιτιού του εκτός απ' τη βιβλιοθήκη του. Δεν ξέρω τι θα έκανε αν είχε τον κύριο Κόλινς, την κυρία Μπένετ και τη Λίντια κατσικωμένους στη βιβλιοθήκη για δέκα μέρες. Θα κατασκήνωνε στον κήπο, υποθέτω. Εγώ εξαντλώ την playlist. Κωνσταντίνε, μου λείπεις. Ραντεβού τη Δευτέρα.

Αποδίδω καλύτερα σε πίεση. Πολλή δουλειά, πολλή βόλτα, λίγος ύπνος. Και κατά κάποιο περίεργο τρόπο αντί να νιώθω κουρασμένη, νιώθω πιο ζωντανή.
Η μετάφραση αφήνει τα πρώτα σημάδια της πάνω μου. Πονεμένος καρπός απ' το πληκτρολόγιο.
Η πολλή δουλειά φέρνει και το πολύ άγχος, αλλά υπάρχει κάτι που τα αντισταθμίζει. Είναι η αγαπημένη μου φάση αυτή, οι πεταλούδες στο στομάχι τις πρώτες φορές που τον βλέπεις ή όταν ετοιμάζεσαι για να συναντηθείτε. Κι η υπέροχη αίσθηση ότι κάτι γίνεται εδώ, τ' άρωμά σου με σέρνει.
Το τραγούδι όχι για τον τίτλο, αλλά για το ρεφρέν.

9:55 μμ

φέισ-μπου!


Λοιπόν, δεν έχω φέισμπουκ. Αφενός ξέρω πως αν αποκτήσω θα θαφτώ όλη μέρα εκεί μέσα, αφετέρου μου φαίνεται λίγο creepy να βλέπουν όλες σου οι επαφές όλες τις υπόλοιπες επαφές. Αν και οι φίλοι μου γενικά ξέρουν με ποιους κυκλοφορώ όταν δεν είμαι μαζί τους, δεν βλέπω τον λόγο να το ξέρει κι ο υπόλοιπος κόσμος. Και όχι, δεν θέλω να μάθω τι κάνει η φίλη μου απ' το νηπιαγωγείο, γιατί στην ίδια περιοχή μένουμε, άμα ήθελα θα το είχα ήδη μάθει. Ο κόσμος είναι απελπιστικά μικρός και δεν θέλω να τον κάνω μικρότερο!

Αυτό που δεν είχα συνειδητοποιήσει ήταν πόσο έχει διεισδύσει στην καθημερινότητα, το καταραμένο. Εντάξει να σε διασκεδάζει την ώρα που δουλεύεις, αλλά όχι και να αντικαθιστά παλιές καλές συνήθειες! Αυτό είναι προδοσία! Και τα πράγματα γίνονται ακόμη χειρότερα, αγαπητέ αναγνώστη, όταν μια απ' αυτές τις καλές συνήθειες είναι το φλερτ!

Πριν από κανέναν μήνα, σε μέρος με πολύ κόσμο, γνώρισα έναν πολύ ενδιαφέροντα τύπο. Μπλα μπλα το μισό βράδυ, και τι ωραία που περνάμε, το πιάσατε το υπονοούμενο - δεν ήταν η συζήτηση για να περάσει η ώρα, ήταν η συζήτηση-επειδή-μου-αρέσεις. Την επόμενη θα έφευγε, οπότε στο τέλος της βραδιάς με ρώτησε πότε θα κατέβω Αθήνα για τον χειμώνα.
-Αρχές Σεπτέμβρη υπολογίζω...
-Ωραία, μου λέει, κι εγώ θα κατέβω ταξιδάκι να δω τους φίλους μου, οπότε να κανονίσουμε να τα πούμε. Θα συνεννοηθούμε!
Η γυναικεία μου συστολή με εμπόδισε να επισημάνω ότι για να συνεννοηθούμε θα έπρεπε να ανταλλάξουμε τηλέφωνα. Ναι, είμαι μια κωλώστρα. Του χαμογέλασα, μου έριξε το βλέμμα που εγώ μέχρι πρότινος αποκρυπτογραφούσα ως «Θα σε πάρω» κι έφυγε.

Χωρίς πλάκα, καταμπερδεύτηκα. Από τη μία φαινόταν πως το εννοούσε και δεν έλεγε φούμαρα, από την άλλη και να θες να πουλήσεις φούμαρα, για να ρίξεις την ατάκα «θα σε πάρω» πρέπει ο σκηνοθέτης να έχει προβλέψει την ανταλλαγή αριθμών σε προηγούμενη σκηνή, αλλιώς παραείναι άκυρο. Άσε που μόνος του το είπε, εγώ δεν είχα σχολιάσει τίποτα.

Τέλος πάντων, καταλήγω ότι μάλλον πουλούσε φούμαρα, αλλά με τόσο πειστικό τρόπο που ακόμα και το περίφημο ένστικτό μου βγήκε λάθος. Λίγες μέρες μετά πίνω καφέ και τα λέω σε μια φίλη μου.
-... και κατέληξα ότι προφανώς παρεξήγησα, πώς είναι η ατάκα που βγήκε και ταινία; Απλώς δεν σε γουστάρει; Ε, αυτό!
-Υπάρχει κι άλλη εκδοχή, ξέρεις, μου λέει η Ν. Ήταν μπροστά τα σόγια κι οι γονείς σας, σωστά; Μπορεί να σκέφτηκε πως θα 'ταν αμήχανο αν βγάζατε τα τηλέφωνα, οπότε υπολόγισε να σε βρει αργότερα στο φέισμπουκ.
-Όχι, βογγάω.
-Ναι, μου απαντάει θριαμβευτικά η Ν.
-Χωρίς να με ρωτήσει αν έχω;
-Ξέρει ότι δουλεύεις όλη μέρα μπροστά σε υπολογιστή. Πού να το φανταστεί πως έπεσε στην μειοψηφία!
-Υπάρχουν μερικά δισεκατομμύρια άνθρωποι που δεν έχουν!
-Ναι, και είναι ακριβώς τα ίδια δισεκατομμύρια που δεν έχουν ούτε νερό, φαγητό και φάρμακα, με αποστομώνει. Όλα τα υπόλοιπα δισεκατομμύρια έχουν!
-Νερό, φαγητό, φάρμακα και φέισμπουκ;, ρωτάω σαρδόνια.
-Ναι, είναι πλέον είδος πρώτης ανάγκης.
-Δεν ζεις χωρίς αυτό;
-Όχι.
-Πόσο σου λείπει τώρα που είμαστε έξω;
-Πολύ. Δεν βλέπω την ώρα να γυρίσω σπίτι και να συνδεθώ.
-Τσιγάρο ή φέισμπουκ;
-Φέισμπουκ.
-Σεξ ή φέισμπουκ;
-Φέισμπουκ.
-Τη μαμά σου ή φέισμπουκ;
-Η σερβιτόρα έφυγε, μπορούμε να σταματήσουμε να λέμε μαλακίες.
-Κι αν κρίνω από το ύφος της, την φρικάραμε. Πάντως φέισμπουκ δεν ανοίγω!
-Βρε, τι με νοιάζει εμένα; Εγώ θα χάσω τον τύπο; Εσύ θα τον χάσεις!
-Δεν ξέρω ποια εκδοχή είναι χειρότερη, η δική σου ή η δική μου.
-Δηλαδή;
-Αν έχεις δίκιο, έχουμε περάσει σε νέα διάσταση. Αν έχω δίκιο, μου είπε ένα φούμαρο (δραματικά, α λα Μαρία Γεωργιάδη στο «Γιώργο, είσαι ένα σκουλήκι», βλ. Αχ, Ελένη, σωτήριο έτος 1992).
-Τι προτιμάς;
-Μάλλον το φούμαρο.
-Οκέι τότε, εσύ έχεις δίκιο. Αλλά να σου πω κάτι; Σε νέα διάσταση έχουμε περάσει, είτε σ' αρέσει είτε όχι...

Κατάλαβες, φίλε μου; Αν υποψιαστώ ότι κλείνονται και δουλειές εκεί μέσα, θα πεθάνω.

η φωτό από εδώ

Αντιγραφή από την Λεξιλογία, που είναι αντιγραφή από τον Κόμβο:

Διάλεξη με θέμα "Why was there a language controversy in Greece?" του Peter Mackridge, ομότιμου καθηγητή Νέας Ελληνικής Φιλολογίας στο Πανεπιστήμιο της Οξφόρδης, με την ευκαιρία της έκδοσης του βιβλίου του 'Language and National Identity in Greece, 1766-1976 (Oxford University Press, 2009)'. Η διάλεξη θα πραγματοποιηθεί τη Δευτέρα, 14 Σεπτεμβρίου 2009 (ώρα 19.30), στο British School (Σουηδίας 52, Αθήνα, τηλ. 210 7210974, 210 7292146).

Για περισσότερες πληροφορίες:
http://www.arxaiologia.gr/site/content.php?artid=5146

Πολύ ενδιαφέρουσα και μια παλιότερη συνέντευξή του σχετικά με το γλωσσικό ζήτημα.


είναι αήττητη, απέραντη (το είπε κι ο Αλβέρτος) και προσωπικά τη βρίσκω και απολαυστική. Όχι τη βλακεία του βλάκα, όμως. Προσοχή. Όπως λέει κι ένας φίλος, κι έχει δίκιο, ακόμα πιο απολαυστική είναι η βλακεία που μπορεί να καταλάβει έναν κατά τα άλλα κανονικής νοημοσύνης άνθρωπο. Δηλαδή, τη βλακεία που κατά καιρούς μπορεί να μας πιάσει όλους μας. Εξηγούμαι:

Αύγουστος, στην εθνική Θεσσαλονίκης-Βέροιας. Σύσσωμη η οικογένεια στ' αμάξι. Οι γονείς κι η αδερφή μου συζητάνε, εγώ κοιτάζω αφηρημένα απέξω. Προσπερνάμε νταλίκα. Τινάζομαι.

-Οι μεσαίες του ρόδες είναι στον αέρα!!!

Το 'πιασες, αγαπητέ αναγνώστη; Ο μπαμπάς πάει να τρακάρει, η αδερφή μου ξεκαρδίζεται στα γέλια, η μαμά μου παίρνει το απελπισμένο ύφος «το παιδί μου είναι χαζό». Μου εξηγούν (με χάχανα, φυσικά). Διαμαρτύρομαι («αφού δεν οδηγάω, αφού το ξέρετε πως είμαι αφηρημένη, αφού το ξέρετε πως δεν με ενδιαφέρει, αφού το ξέρετε πως δεν προσέχω ποτέ τ' αυτοκίνητα, αφού, αφού, αφού!»).

Κι αν έχουμε γράψει χιλιόμετρα όλοι μαζί μες στ' αμάξι. Εικοσιπέντε χρόνια προσπερνάμε νταλίκες και δεν είχα προσέξει ΠΟΤΕ πως η ρεζέρβα είναι ανάμεσα στις ρόδες. Ο, ντίαρ.

«Φαντάσου», λέει ο μπαμπάς, «να οδηγούσες μόνη σου, να το έβλεπες και να του 'παιζες τα φώτα. Να κατέβαζες το παράθυρο και να του φώναζες Πρόσεχε, οι μεσαίες σου ρόδες είναι στον αέρα! Θα του 'φευγε το τιμόνι του ανθρώπου!»

Νια, νια, νια, νια.

Προς υπεράσπιση μου, τα αυτοκίνητα πραγματικά δεν θα μπορούσαν να με ενδιαφέρουν λιγότερο. Είναι απλά κάτι χρήσιμα πράγματα που μας πηγαίνουν εκεί που θέλουμε. Έξι μήνες αφού ο πατέρας μου πήρε καινούριο, η μοναδική πληροφορία που μπορούσα να δώσω ήταν ότι είναι μαύρο. Αν το ζάσταβα τσουλάει, είναι το ίδιο καλό με τη μερσεντές. (Φρίξτε όσο θέλετε.) Αυτός είναι και ο λόγος που δεν μεταφράζω ποτέ κείμενα για αυτοκίνηση - όσο και να προσπαθήσω, δεν πρόκειται να καταλάβω τι κάνει το δυναμό ή και να καταλάβω, η επιλεκτική μου μνήμη θα το απορρίψει σε δυο ώρες, γιατί πολύ απλά δεν με ενδιαφέρει. Oh, well. Είμαι της κλασικής παιδείας. Τουλάχιστον είμαι καλή στο να διαβάζω χάρτες.

Η φωτό ευρέθη εδώ.

2:08 πμ

Dimitris the Greek

Αν τελικά είναι hoax δεν θα ξαφνιαστώ καθόλου, ο τύπος απλά δεν μπορεί να υπάρχει! Ακούστε το ΟΛΟ - εκεί που της λέει για τα issues στο τέλος είχα δακρύσει απ' τα γέλια. Έμπαινε, Μήτσο!

The reason some girls stay single

9:04 μμ

25

Όταν είσαι 25 και το πιο σοβαρό πρόβλημα υγείας που έχεις αντιμετωπίσει ποτέ είναι οι αμυγδαλές σου, βλέπεις το ενδεχόμενο μιας σοβαρής αρρώστιας με περιφρόνηση. Δεν σε νοιάζει τι μπορεί να πάθει ένα σου όργανο μετά από τριάντα χρόνια, γιατί τώρα είσαι άτρωτος. Απλά δεν σκέφτεσαι την αρρώστια, δεν μπορείς να τη διανοηθείς. Και κατά τη γνώμη μου καλά κάνεις - αυτή είναι η υγιής προσέγγιση στα πράγματα σ' αυτή την ηλικία.

Επομένως, τι μπορεί να σε κάνει να κόψεις το τσιγάρο; -Μη μου πείτε τα νέα μέτρα, θα καγχάσω.- Για ένα αθεράπευτο ψώνιο όπως εγώ, η πιο αποτελεσματική λύση είναι η εξής:

Πηγαίνεις στο Google.
Πληκτρολογείς lip cancer ή mouth cancer.
Επιλέγεις Google images.
Παγώνεις.
Διαβάζεις στη βικιπαίδεια πως το 75% των περιπτώσεων εμφάνισης της ασθένειας αποδίδεται στο κάπνισμα.
Η εικόνα πάντοτε σοκάρει περισσότερο απ' τις λέξεις. Μπορεί να μην μπορείς να φανταστείς πως το αφανές, κατάγερο εσωτερικό του σώματός σου θα πάθει κάποια μέρα κάτι, αλλά για δοκίμασε να σκεφτείς το πρόσωπό σου να εκφυλίζεται σε τέτοιο βαθμό. Κι εσύ να το βλέπεις, βήμα-βήμα, μέρα με τη μέρα.

Σύγκρουση τιτάνων. Το θράσος της νιότης με την ματαιοδοξία της. Το 'ριξα στο 2 μονοκούκι.

Μες στις φωτιές και στο ντουμάνι, μετά από οχτώ χρόνια αμετανόητης λατρείας, κόβω το κάπνισμα. Wish me luck. Χρειαζόμουν ένα σοκ για να το πάρω απόφαση, αλλά τα δύσκολα θα έρθουν αφού περάσει το σοκ.


Συνήθως αποφεύγω τις συζητήσεις περί των δύο φύλων. Και ιδιαίτερα τις γυναικείες συζητήσεις περί αντρών, οι οποίες είναι εμποτισμένες με μια στρεβλή εσάνς φεμινισμού και χαρακτηρίζονται από την απόλυτη ισοπέδωση του άντρα ως σύμβολο. Γιατί ο άντρας είναι σύμβολο, όπως ακριβώς και η γυναίκα, και το να μην ανέχεσαι να σε πατάει και να σε εκμεταλλεύεται κανένας (άντρας ή γυναίκα) δεν πρέπει να εκπορεύεται από τις αρχές του φεμινισμού, αλλά από την προσωπική σου αξιοπρέπεια. Από την άλλη, εξίσου μου τη δίνει η αντρική προσέγγιση που θα περιγραφεί στην παρακάτω αξιολάτρευτη σκηνή.

Ιούλιος 2009, Αρμενιστής, αργά το βράδυ στο μπιτς μπαρ.
Τίγκα στον κόσμο. Και όλως παραδόξως, κυρίως κοπέλες. Κοριτσοπαρέες όμορφες, που πίνουν το ποτό τους και κοιτάζουν γύρω-γύρω. Η δική μας παρέα αποτελείται από δυο κολλητούς (ο ένας δεσμευμένος), τρεις single φίλους του ενός, την κολλητή μου κι εμένα. Πέντε νταγλαράδες, στους οποίους οι κοπέλες γύρω μας, όταν σιγουρεύονται πως δεν συνοδεύουν καμιά από μας τις δύο, ρίχνουν κλεφτές ματιές.
-Ρε σεις, τόσες κοπέλες έχει γύρω και σας κοιτάζουν, γιατί δεν πλησιάζετε καμιά; Και μετά γκρινιάζετε πως είστε μπάκουροι!
Διαμαρτυρίες.
-Χωρίς ένα χαμόγελο; Μια κίνηση, ένα κάτι;
-Ποιο κάτι; Αυτή εδώ σε κοιτάζει εδώ και ώρα!
-Ε, ας έρθει αυτή τότε.
Oh, my. Τους αφηγούμαι το γαμάτο, απλό και αποτελεσματικό πέσιμο που μας είχαν κάνει προ ημερών σ' ένα μπιτς μπαρ στον Άγιο Νικόλαο: «Κορίτσια, θέλετε να κάνουμε παρέα;» Θέλαμε και περάσαμε και μια χαρά κι ο ένας αντάλλαξε με τη μια τηλέφωνα.
Με κοιτάν με αποτροπιασμό.
-Εγώ τον εγωισμό μου έτσι δεν τον ρίχνω!
Δεν κρατιέμαι.
-Ε, τότε μείνε με το πουλί στο χέρι.
(Κάθεσαι, αγαπητέ αναγνώστη;)
-Κι αυτή ας μείνει με το δαχτυλάκι!
Litanie με έκφραση απόλυτης φρίκης, σιχαμάρας, περιφρόνησης. Και άρνησης να συζητήσει περαιτέρω.

Το σκηνικό καταγράφηκε στο νου μου και το αφηγήθηκα με κάμποσες τσουχτερές πινελιές στις φίλες μου αργότερα, μαζί με μερικές δοξολογίες που οι δύο κολλητοί μου δεν είναι αυτής της νοοτροπίας. Ωστόσο, προ ημερών έπεσε στα χέρια μου ένα από τα γυναικεία περιοδικά ευρείας κυκλοφορίας, το οποίο άφησα μια ώρα μετά βράζοντας από θυμό.
Αν οι περισσότερες κοπέλες είναι σαν τις υστερικές που γράφουν εκεί μέσα, η ανωτέρω προσέγγιση είναι το μόνο που τους αξίζει. Εκατό σελίδες γεμάτες ματαιοδοξία και νευρώσεις κι ο άντρας σαν κομπάρσος που συμπληρώνει το σκηνικό της ευζωίας, αντί να αποτελεί κύριο μέρος του κάδρου. Θαρρείς κι είναι αξεσουάρ - και πασέ μάλιστα - αναρωτιέμαι πώς δεν βρήκα κανένα άρθρο του στιλ «τι παπούτσια να φορέσετε ανάλογα με τον συνοδό σας». Είχα καιρό να διαβάσω μια απ' αυτές τις ανθολογίες γυναικείας ηλιθιότητας και ξαφνιάστηκα. Και όχι, δεν μιλάω για το Cosmopolitan, το οποίο καταφέρνει να σου φτιάχνει τη διάθεση έστω και κάνοντάς σε να γελάς με το ιστορικό «Πέτα, Γιώτα, την κιλότα». Μιλάμε για εκατό σελίδες πεταμένο χαρτί. Και για εκλαϊκευμένη ντεμέκ ψυχολογία του κώλου, αν και θέλει μεγάλη τέχνη για να προσεγγίσεις τόσο μονοθεματικά και άδικα ένα θέμα σαν τις σχέσεις. Σ' όλες τις σελίδες ο άντρας ήταν παρών, αλλά πάντοτε σαν ένα ξένο ον που δεν μπορεί ποτέ να προσαρμοστεί έτσι ώστε να καλύψει τις γυναικείες ανάγκες. Και μ' ένα διάχυτο παράπονο γι αυτή την ανικανότητα, μαζί με μια υποψία ανωτερότητας ως προς τον υπεραπλουστευμένο του εγκέφαλο. Μου θύμισε τον διάλογο μεταξύ φίλου και φίλης, όπου αυτή έλεγε πως ψάχνει έναν άντρα έτσι, έτσι, κι έτσι και λίγο από έτσι, ώσπου ο άλλος δεν κρατήθηκε και τη ρώτησε: «Ωραία. Κι εσύ τι δίνεις;». Οι συντάκτριες αυτής της φυλλάδας έχουν να προσφέρουν την αντίληψη πως η γυναίκα είναι όχι απλώς ίση, αλλά ανώτερη από τον άντρα. Νόμιζα πως ο φεμινισμός πρεσβεύει το πρώτο.

Η χημεία των σχέσεων είναι τόσο απλή που καταντά πολύπλοκη. Σε μένα μέχρι στιγμής ήταν ένα μείγμα τύχης, καλής διάθεσης και περιορισμού του εγωισμού εκεί που χρειάζεται. Αλλά νομίζω ότι το μεγαλύτερο πρόβλημα είναι οι γενικεύσεις. Βρίσκεται ένας μαλάκας στο δρόμο σου κι αυτομάτως όλοι οι άντρες είναι έτσι. Και αντίστροφα, πέφτεις σε μια σκύλα και την πληρώνουν όλες οι επόμενες.
Δεν ξέρω αν οι περισσότεροι άντρες σκέφτονται πλέον όπως ο Α. ή αν οι πιο πολλές κοπέλες διαβάζουν την αποθέωση της μαλακίας και ταυτίζονται (πάντως, κάπου πρέπει να απευθύνονται αυτά τα περιοδικά). Θα συνεχίσω το επικίνδυνο task να θεωρώ τους άντρες όντα απ' τον ίδιο πλανήτη και με την ίδια αντίληψη με μένα και να παραδέχομαι πως ναι, μπορώ και μόνη μου να είμαι ευτυχισμένη, αλλά συνήθως οι άντρες της ζωής μου με κάνουν ακόμη πιο ευτυχισμένη. Είναι σοβαρό, γιατρέ μου; Κατά διαβολική σύμπτωση, πάντως, οι άντρες που μένουν στη ζωή μου είναι αυτοί που ρίχνουν τον εγωισμό τους και πλησιάζουν πρώτοι.

(Τα σκεφτόμουν μέρες αυτά, αλλά αφορμή για να τα γράψω ήταν το κείμενο της Λίνας εδώ, με το οποίο συμφωνώ απόλυτα).

στη Λήμνο είναι σαν να πίνεις σφηνάκι αντί να κατεβάσεις όλο το ποτό. Την Παρασκευή, την ώρα που ετοίμαζα τη βαλίτσα, μπήκα στον πειρασμό να χάσω το αεροπλάνο και να γυρίσω τη Δευτέρα, αλλά σκέφτηκα την έκφραση των γονιών μου και συγκρατήθηκα.
Το πενθήμερο ήταν μια επανάληψη στα βασικά μαθήματα της ιδανικής ζωής που διάγουν οι θαμώνες του νησιού: βράδυ στη Χαβούλη με μπύρες και να μετράμε πεφταστέρια, μπάνιο και μπιτς βόλει στη Ζεματά, εντατική ακρόαση τοπικών ραδιοφωνικών διαφημίσεων, εξάσκηση προφοράς (μου βγήκε η ψυχή αλλά έμαθα να λέω σωστά το Κοντοπούλ'), απογευματινός καφές στον Καραγκιόζη και μπόνους μια συγκλονιστική αγροτουριστική εμπειρία, ήτοι τρύγημα μελιού και κατανάλωση απίστευτων ποσοτήτων κατά τη διαδικασία.
Την Παρασκευή έφυγα από Λήμνο με 32 βαθμούς, προσγειώθηκα στους 35 της Θεσσαλονίκης στις 4.30 το μεσημέρι και βουρ για Καστανιά. Τι είναι η Καστανιά; Χα! Ένα χωριουδάκι έξω από τη Βέροια, ιδρυθέν από Ποντίους πρόσφυγες το 1924, οι οποίοι έφεραν μαζί τους και την εικόνα της Παναγίας Σουμελά. Αναπόφευκτο αποτέλεσμα ήταν η ίδρυση εκκλησίας σε μια φανταστική τοποθεσία, ανάμεσα σε έλατα και οξιές, λίγο πιο πάνω απ' το χωριό, η οποία βγάζει ένα σκασμό λεφτά όλο το χρόνο - και τα ρέστα ξωκκλήσια, που είχε πει κάποτε ο Λαζόπουλος. Το πώς, με τόσα λεφτά που βγάζουν, δεν έχουν καταφέρει ακόμα να τελειώσουν την αγιογράφηση της εκκλησίας, είναι (;) μεγάλο μυστήριο. Κάθε Δεκαπενταύγουστο εκεί πάνω γίνεται το σώσε. Κατασκηνωτές, ολονυχτίες, πανηγυριώτικοι πάγκοι κι όπως λέει κι ο ξάδερφός μου «προσοχή στην κουβέρτα, η ευλογία φεύγει με το πρώτο πλύσιμο».
Λοιπόν, από την κάψα της Θεσσαλονίκης πέρασα σε μια ώρα στους 15 βαθμούς και φουτεράκι. Αυτό θα πει εναλλαγή κλίματος! Ο θείος μου έχει το μοναδικό καφενείο του χωριού και τη βδομάδα του Δεκαπενταύγουστου γίνεται εκεί το πατείς με πατώ σε. Μοναδική ευκαιρία για τη γράφουσα να θυμηθεί τα ένδοξα φοιτητικά της χρόνια και ν' αρπάξει το δίσκο με το πρόσχημα ότι βοηθάει, ενώ στην πραγματικότητα το διασκεδάζει με την ψυχή της κι αναρωτιέται γιατί παράτησε τα μπαρ και το 'ριξε στην μετάφραση.
Αποκορύφωμα των τριήμερων εορτασμών στο χωριό, όπου τέτοιες μέρες μαζεύεται όλη η χρυσή ορεσείβια νεολαία (κι είναι και μπόλικη) είναι το Mountain Party που γίνεται στις 13 Αυγούστου στο παλιό σχολείο, καθώς και μια βραδιά με μπουζούκια και κιθάρες στο καφενείο, η οποία αλλάζει ημερομηνία κάθε χρόνο, είναι συνήθως της στιγμής και δεν τελειώνει ποτέ πριν τις τέσσερις το πρωί - συνήθως πρώτα μας τελειώνουν τα τραγούδια.
Ο θείος έχει ένα τσιπουράκι βάλσαμο, να το πίνεις σαν νερό. Η αλήθεια είναι πως δεν έχεις και πολλές εναλλακτικές, γιατί τη νύχτα έχει πέντε βαθμούς και πρέπει κάπως να ζεσταθείς! Φέτος εφαρμόστηκε κι η απαγόρευση του καπνίσματος. Απολαυστικό θέαμα. Ούτε ένας μη καπνιστής, όλος ο κόσμος να στριμώχνεται έξω απ' την πόρτα για να ξεκλέψει δυο τζούρες κι ο θείος ανένδοτος - για πρόστιμα είμαστε τώρα;
Το Σάββατο, εν μέσω γέλιων και τσιπουροποσίας, η γράφουσα ξέκλεψε λίγο χρόνο για να σβήσει τη γενέθλιά τούρτα της, καθώς έκλεινε 25 χρόνια στον μάταιο τούτο κόσμο. Ευχηθείτε της να ζήσει τουλάχιστον άλλα τόσα, γιατί μ' αυτά που βλέπει τώρα τελευταία έχει φοβηθεί το μάτι της. Η αδερφή μου προσπάθησε να με φρικάρει μεταφράζοντάς τα σε ένα τέταρτο του αιώνα, αλλά την αγνόησα επιδεικτικά. Κορυφή η μαμά μου, που όταν πήγαμε να πάρουμε την τούρτα ετοιμάστηκε να μου πάρει ένα λευκό κεράκι. Στο τσακ την πρόλαβα.
-Μαμά, θέλω δυο αριθμούς, όπως κάνουμε πάντα.
-Δεν είναι καιρός ν' αρχίσεις να σβήνεις ένα; Τώρα που έφτασες στην καμπή, μπορείς να το ξεκινήσεις.
-(Καμπή!!!!!!) Ένα σβήνει η Ζωή Λάσκαρη. Θέλω ένα δύο κι ένα πέντε!
Η αδερφή μου, το τέρας, είχε πεθάνει στο γέλιο. Όχι πως είναι κι αυτή κανά μωρό - τα 23 έκλεισε, η παλιόγρια.
Το επόμενο ΣΚ θα ξαναπάω Καστανιά, να αντικαταστήσω τον ξάδερφο που θα διακοπεύει στις Χαλκιδικές. Να θυμηθώ να κατεβάσω τα μάλλινα.

1:17 πμ

Λήμνος

Για τη Λήμνο λένε ότι κλαις δυο φορές: μία όταν πηγαίνεις κι άλλη μία όταν φεύγεις. Στην περίπτωση της μητέρας μου αυτό βγήκε απόλυτα αληθινό. Με μαύρο δάκρυ έκλαιγε όταν μετακόμιζε εκεί το 2004, που άφηνε τη Θεσσαλονίκη και πήγαινε στην εξορία του Θεού, κι άλλα τόσα δάκρυα έχυσε δυο χρόνια αργότερα, όταν γύριζε πίσω. Και δεν είναι η μόνη. Οι περισσότεροι φίλοι των γονιών μου, που όλοι τους βρέθηκαν εκεί βαρυγκομώντας και λόγω δουλειάς, τώρα προσπαθούν μετά μανίας να βρουν τρόπους να γυρίσουν πίσω. Μέσα σε λίγους μήνες το νησί μας είχε κατακτήσει όλους.
Το λέω από την αρχή: η Λήμνος έχει vibes. Κύματα, μαγνητισμό, ενέργεια, πώς το λένε. Έχει κάτι ανεξήγητο που σε τραβάει, σε ηρεμεί, σε κάνει να θέλεις να ξαναγυρίζεις.
Στα αρχαία χρόνια τη λέγαν Ανεμόεσσα, λόγω των ανέμων που σαρώναν το νησί χειμώνα-καλοκαίρι. Έχει πολύ βαρύ χειμώνα, πιάνουν συχνά ακόμα και χιονοθύελλες, πράγμα ασυνήθιστο για το Αιγαίο. Η πρώτη μου εικόνα από τη Λήμνο ήταν αυτή: ένα αεροδρόμιο στη μέση του πουθενά, όπου τρομάξαμε να προσγειωθούμε, κι ο αέρας να λυσσομανάει το πρώτο βράδυ και να μην σ' αφήνει να κοιμηθείς.
Ο χειμώνας δεν είναι για πολλές βόλτες, αλλά από την άνοιξη ο τόπος αλλάζει πρόσωπο. Το νησί είναι ακόμα ανεκμετάλλευτο, χωρίς τουριστικές υποδομές, για την ακρίβεια χωρίς σχεδόν καθόλου υποδομές, οπότε βιαστείτε να την απολαύσετε τώρα, πριν πλακώσουν οι εργολάβοι και ξεφυτρώσουν θηρία από τσιμέντο παντού.
Είναι χωρισμένη σε τέσσερις δήμους: Μύρινα, Μούδρος, Ατσική και Νέα Κούταλη. Αν και μεγάλη, είναι αρκετά αραιοκατοικημένη, με χωριουδάκια στη μέση του πουθενά. Τα σπίτια στα χωριά είναι χαμηλά, ενώ το χαρακτηριστικό τους είναι οι τσιμεντένιοι φράχτες ύψους ενός περίπου μέτρου - αρχιτεκτονικό κατάλοιπο της Τουρκοκρατίας.
Η πρωτεύουσα, η Μύρινα, είναι χτισμένη στο δυτικό άκρο του νησιού. Σαν πόλη δεν λέει και πολλά πράγματα, δεν έχει δηλαδή τη γραφικότητα που έχουν οι χώρες σε άλλα νησιά του Αιγαίου, πάντως είναι όμορφη. Για όσους έχουν κουράγιο, αξίζει η βόλτα στο κάστρο της, όπου μπορείτε να δείτε ελάφια να περιδιαβαίνουν ανέμελα. Μην επιχειρήσετε να τα χαϊδέψετε - δεν κάθονται με τίποτα, τα σκασμένα. Δεν έχουν εξημερωθεί όσο ελπίζαμε...

Η Μύρινα από το κάστρο

Ανατολικά βρίσκεται ο αρχαιολογικός χώρος της Πολιόχνης, που είναι ο αρχαιότερος προϊστορικός οικισμός της Ευρώπης (3.500 χιλιάδων ετών, αν δεν απατώμαι). Πρόκειται για εφτά πόλεις χτισμένες σε εφτά διαφορετικά (χωρικά αλλά και χρονικά) επίπεδα, με την πιο πρόσφατη να χτίζεται πάνω στις προηγούμενες με το πέρασμα του χρόνου. Ουσιαστικά πρόκειται πλέον για χαλάσματα, αλλά οι πινακίδες με τις πληροφορίες είναι αρκετά κατατοπιστικές και σου αφηγούνται την ιστορία του οικισμού, με ενδείξεις για το πού βρισκόταν το καθετί. Ακριβώς από κάτω βρίσκεται μια από τις αγαπημένες μου παραλίες, η Αγία Τριάδα, με στενή αμμουδιά και βράχια εκατέρωθεν. Άγρια ομορφιά.

Πολιόχνη

Βορειοανατολικά του νησιού βρίσκεται και το ιερό των Καβείρων, χτισμένο σ' ένα μεγάλο πλάτωμα πάνω από τη θάλασσα, απέναντι ακριβώς από το αντίστοιχο ιερό της Σαμοθράκης (όταν η ατμόσφαιρα είναι καθαρή, η Σαμοθράκη φαίνεται πεντακάθαρα). Από το ιερό σώζονται μόνο μερικές κολόνες, αλλά υπάρχει φύλακας που μπορεί να σας πληροφορήσει για τα υπόλοιπα. Ακριβώς από κάτω, ακολουθώντας ένα κακοτράχαλο-έως-επικίνδυνο μονοπάτι, θα βρεθείτε σε μια θαλασσοσπηλιά, η οποία σύμφωνα με τον μύθο είναι η σπηλιά του Φιλοκτήτη. Εκεί έμενε μετά το δάγκωμα του φιδιού που ανάγκασε τους Αχαιούς να τον αφήσουν στη Λήμνο, μέχρι που ο Κάλχας προφήτεψε ότι μόνο με τα όπλα του θα κατάφερναν να πάρουν την Τροία. Ο Οδυσσέας ανέλαβε να πάει να τον πείσει, τα κατάφερε (με ποιο κόλπο μη με ρωτάτε, έχουν περάσει δέκα χρόνια και βάλε που τα διάβαζα αυτά) και τα υπόλοιπα γνωστά.
Προτιμήστε πολύ πρωινές ή απογευματινές ώρες για να τα επισκεφτείτε, γιατί έχει λίγο περπάτημα μέχρι το ιερό κι ο ήλιος χτυπάει ανελέητα.

Καβείρια

Όπως είπα και παραπάνω, η Λήμνος δεν έχει καθόλου υποδομές κι αυτή είναι η μεγαλύτερη γοητεία της. Στις διαδρομές με το αυτοκίνητο, ψάχνοντας ερημικές παραλίες για να περάσουμε τη μέρα μας, δεν υπάρχει τίποτα γύρω μας εκτός από λόφους και χέρσες εκτάσεις. Βλάστηση μηδέν - οι αγέρηδες είναι τόσο δυνατοί, που ακόμα και τα λιγοστά πεύκα έχουν περίεργες γωνίες. Προσωπικά το βόρειο κομμάτι του νησιού μου αρέσει περισσότερο, ακριβώς επειδή είναι έρημο κι αραιοκατοικημένο. Σ' όλη τη βόρεια πλευρά θα βρείτε παραλίες άγριες, χωρίς μπιτς μπαρ και πολύ κόσμο, καθώς και μερικές αχτύπητες ταβέρνες στη μέση του πουθενά. Must η διαδρομή μέχρι το εκκλησάκι του Άγιου Χαράλαμπου στην Πλάκα, κατά προτίμηση δειλινό. Ερημιά και θάλασσα. Εδώ βρήκα και μια φωτογραφία του ηλιοβασιλέματος.
Γενικά οι παραλίες είναι τέλειες παντού, με άμμο οι περισσότερες, ενώ για τους πιο κοινωνικούς στον Νεβγάτη και στο Θάνος υπάρχουν κεφάτα μπιτς μπαρ. Για Νεβγάτη προτιμήστε αυτό με το καράβι, που σπάει το κατεστημένο και δεν σου παίρνει τ' αυτιά με ντάπα-ντούπα. Όσο για το Θάνος, έχει υπέροχα, κρυστάλλινα νερά, αρκεί να την πετύχεις σε μέρα που δεν φυσάει.
Η Τουρκία φαίνεται πάντοτε από τα ανατολικά παράλια του νησιού, ο Άθως κι η Σαμοθράκη φαίνονται συχνά απ' το Βορρά, ενώ τις πολύ καθαρές μέρες μπορείς να δεις μέχρι και τις Σποράδες. Φίλος που έκανε φαντάρος εκεί μου είπε πως κάποιες μέρες έβλεπε και τον Όλυμπο, αλλά δεν το είδα ιδίοις όμμασι, οπότε σας το μεταφέρω με τη δέουσα επιφύλαξη.
Μπορώ να γράφω ή να μιλάω ώρες για τη Λήμνο, γιατί για μένα αποτελεί την ιδανική εικόνα του Αιγαίου, με φως, άγρια ομορφιά και τον μαγνητισμό που πρέπει να ζήσεις για να καταλάβεις. Το νησί απέκτησε κακή φήμη εξαιτίας του στρατού, κάτι που κατανοώ απόλυτα, γιατί αν βρεθείς φαντάρος εκεί μες στον χειμώνα προφανώς δεν θα θέλεις να ξαναπατήσεις. Καλύτερα - σύμφωνα με τους υπολογισμούς μας, έχουμε τουλάχιστον δέκα χρόνια μπροστά μας για να την απολαύσουμε άγρια κι ανεκμετάλλευτη, μέχρι να πλακώσει κι εκεί το τέρας του τουρισμού.
Προχθές έσκασε το τηλεφώνημα που έλεγα μερικές αναρτήσεις πριν, πράγμα που σημαίνει ότι σε 24 ώρες θα χαζεύω τ' αστέρια από την Παναγιά. Τελευταία φορά πήγα πέρυσι το Πάσχα. Το αεροπλάνο προσγειώθηκε κατά τις έξι το απόγευμα. Κατέβηκα στην πίστα, κοίταξα γύρω μου, πήρα βαθιά ανάσα και σκέφτηκα «επιτέλους, ξαναγύρισα».

3:30 μμ

monopoly

Σαν παρέα μας αρέσουν τα επιτραπέζια. Λίγο που οι περισσότεροι από ένα σημείο και μετά βαριόμαστε να βγαίνουμε για ποτό, λίγο που όλοι έχουμε τις ίδιες δεξιότητες και το παιχνίδι είναι πάντα αμφίρροπο, καταλήγουμε να παίζουμε αρκετά συχνά. 'Ετσι έγινε και χθες. Μαζευτήκαμε στη βεράντα με πίτσες και... Μονόπολι!

Εγώ κανονικά την Μονόπολι την ψιλοβαριέμαι, αλλά, τελικά, εξαρτάται με ποιον παίζεις. Η δική μας βερσιόν έχει μερικές συναρπαστικές πινελιές. Αφού αγοραστούν όλα τα οικόπεδα, αρχίζει το πραγματικό παιχνίδι: έχεις χτίσει την αυτοκρατορία σου, καιρός τώρα να γκρεμίσεις των άλλων! Επιτρέπονται τα πάντα. Δάνεια, ανταλλαγές, κοντσόρτιουμ (ο ένας βάζει τα οικόπεδα, ο άλλος τα λεφτά και τα κέρδη εξ ημισείας), παραχωρήσεις οικοπέδων με αντάλλαγμα free pass κι ό,τι αναίσχυντη πρόταση κατεβάσει η κούτρα του καθενός. Στόχος είναι να καταφέρεις να συνεργαστείς με όλους, αφήνοντας τον πιο επικίνδυνο αντίπαλό σου έξω απ' το παιχνίδι.

(Μην διδάξετε αυτή την εκδοχή σε παιδιά. Εμείς είμαστε ήδη διεφθαρμένοι ενήλικες, οπότε το να παριστάνουμε τον Ροκφέλερ για κανά δίωρο δεν μπορεί να μας καταστρέψει περισσότερο.)

Ο ιδανικός αριθμός παιχτών είναι τρεις ή τέσσερις, γι αυτό συνήθως προτιμάμε να παίζουμε ανά ομάδες των δύο κι όχι ο καθένας ξεχωριστά. Η ιδανική ομάδα αποτελείται από έναν εγκέφαλο κι έναν κωλόφαρδο - ο μεν σχεδιάζει, ο δε ρίχνει τα ζάρια κατά παραγγελία. Εγώ ανήκω στη δεύτερη κατηγορία, χθες έπαιζα με τον Νίκο που έχει ανεξάντλητες εμπνεύσεις λαμογιάς και το αποτέλεσμα ήταν θεαματικό: ο Γιάννης τρεις φορές διαμαρτυρήθηκε ότι θα εγκαταλείψει το παιχνίδι «γιατί δεν θα σας αντέχω άλλο».

Αυτές τις βραδιές τις προτιμώ χίλιες φορές απ' το να πάμε σ' ένα μπαρ με την μουσική τέρμα και να πρέπει να φωνάζουμε για ν' ακουστούμε. Βέβαια, στη ζωή όλα χρειάζονται, αλλά την κουβέντα, το γέλιο και την επαφή με ελάχιστα πράγματα μπορώ να τα ανταλλάξω. Ακόμα κι αν μου προσφέρεις free pass στα σφηνάκια. :)

...μια ιδέα που για την επίτευξή της να αξίζουν τέτοιες εικόνες.

Children view the body of a six-year-old Afghan boy, who was killed when a weapons cache exploded, on the outskirts of Jalalabad, the provincial capital of Nangarhar province east of Kabul, Afghanistan on Monday, June 22, 2009. The explosion killed the boy in a nearby village and wounded 20 others, police said. (AP Photo/Rahmat Gul)

Sixteen-month-old Aubrey Melton reaches for her father, SSG Josh Melton, as she views his body with her mother Larissa before his funeral service on June 27, 2009 in Germantown, Illinois. SSG Melton, who was serving in Afghanistan with the Illinois National Guard, was killed in Kandahar during an IED attack on June 19. (Scott Olson/Getty Images)

Ιστορία, εθνική συνείδηση, θρησκεία, ό,τι θέλετε. Αξίζει οτιδήποτε απ' όλα αυτά όταν για να τα κερδίσεις πρέπει να προκληθεί αυτή η δυστυχία;
(Δείτε και τις υπόλοιπες. Το λινκ το βρήκα στον singensanggesungen.)


Το μεγαλύτερο κακό που μπορεί να σε βρει μ' αυτή τη ζέστη, με τα μπαγκάζια μισοπακεταρισμένα κι ενώ περιμένεις τηλεφώνημα για να μάθεις πότε ακριβώς θα φύγεις, είναι να μεταφράζεις για αστέρια, φεγγάρια και παραλίες. Άμα τους παραδώσω ένα χάλι και μισό, εγώ θα φταίω;
(ξέρω, εγώ θα φταίω)
Και τον χειμώνα, μες στη βροχή και την μελαγχολία, που θέλουμε να σκάσει λίγο το χειλάκι μας, τον χειμώνα, λέγω, έρχονται δέκα-δέκα οι εταιρικές συμβάσεις. Γιάπικη μιζέρια κι άγιος ο θεός. Μόνο εγώ διακρίνω την ειρωνεία;
(ξέρω, μόνο εγώ τη διακρίνω)
Μ' ακούει κανείς;

4:31 μμ

pobras princesas!

Δεν ξέρω καν αν το έχω ακούσει εκεί, αλλά στο μυαλό μου έχει καταχωριστεί σαν ο απόλυτος Republic ήχος.
Σαββατόβραδο κατά τις έντεκα, επιστροφή από Χαλκιδική, κουρασμένοι από μια ολόκληρη μέρα με βουτιές, τάβλι, μπύρες και χορό στο μπιτς μπαρ, οι μισοί ήδη μισοκοιμούνται, χαλαρή κουβεντούλα και στη στροφή της Καρδίας απλώνονται μπροστά μας τα φώτα της πόλης. Το αγαπημένο μου σημείο μιας από τις αγαπημένες μου διαδρομές.

Τις προάλλες συζητάω με την κολλητή. Λέμε διάφορα, έρχεται η κουβέντα στο σεξ (το περίεργο μ' εμάς θα ήταν να μην ερχόταν, αν κι όποτε είμαστε με τους άντρες της παρέας είναι που γίνεται το σώσε) και της περιγράφω σκηνικό του περσινού χειμώνα.
-Εντάξει, μου λέει σε κάποια φάση, καλό είναι να μην το παρακάνουμε και με τις οδηγίες πάντως. Πιο πάνω, πιο κάτω, πιο πέρα, εκεί, κι άλλο, τώρα λίγο δεξιά, πάρτο διαγώνια, στο τέλος θα νιώσει σαν GPS ο άλλος, ε δεν μπορεί, θα ξενερώσει!
Σε πενταετή σχέση η κολλητή. Που πλέον ο παίχτης έχει μάθει όλους τους δρόμους και τα σαμαράκια, πού έχει στοπ, πώς βγαίνουν στη λεωφόρο, πώς το σανιδώνεις κι από πού κόβεις δρόμο για να φτάσετε πιο γρήγορα.
-Ρε, δεν μας χέζεις; της απαντάω. Έχεις τον άλλον εκεί πέρα πού 'χει αποστηθίσει τον χάρτη και μου λες να μην δίνω οδηγίες; Ξέρεις τι είναι να 'σαι κολλημένος στο φανάρι κι ο μπροστινός να μην παίρνει μπρος με τίποτα; Στο τέλος θα την βαρέσεις την κόρνα!

Αγαπητοί άντρες αναγνώστες, εσείς οι μετρημένοι στα δάχτυλα που με διαβάζετε. Να υποδέχεστε με χαρά τις οδηγίες πλοήγησης, διότι αποτελούν επένδυση για ένα ευχάριστο ταξίδι (απαραίτητη προϋπόθεση, η εκφωνήτρια να μην μιλάει σαν ανδροειδές όπως η δεσποινίς του ναβιγκάτορ). Αν πάλι δεν σας δοθούν καθόλου οδηγίες, θερμά συγχαρητήρια: έχετε ήδη βγει στην εθνική, φορέστε ζώνες κι ευχόμαστε καλοτάξιδοι.