Το περίµενα καιρό αυτό το ταξίδι. Η χρονιά µπήκε τόσο στραβά, που ήθελα όσο τίποτα να µπω σ' ένα αεροπλάνο και να ξεχάσω για τρεις µέρες τα πάντα.

Ότι τα ξέχασα τα ξέχασα, αλλά όχι ακριβώς µε τον αναµενόµενο τρόπο. Τα καταφέραµε θαυµάσια για άλλη µια φορά: την Κυριακή το βράδυ αποκλειστήκαµε στη Σύµη. Όπως λέει κι η αδελφή µου, «είστε όλοι σας φιντάνια, ρε κορίτσι µου, ένας κι ένας». Άντε πες της ότι έχει άδικο.

Την Κυριακή ξεκινήσαµε για µονοήµερη µες στην καλή χαρά. Το καταµαράν για Σύµη κάνει µόλις µία ώρα, είχαµε πάρει δελτίο καιρού κι οι προβλέψεις ήταν νορµάλ (τέσσερις µε έξι τοπικά έλεγε η ΕΜΥ, τροµάρα τους), οπότε ο Νίκος, που διάγει βίο ανέφελο στη Ρόδο ως καθηγητής, πρότεινε να πεταχτούµε µια βολτίτσα.

Το νησί
µε ενθουσίασε (ο Νίκος είχε ξαναπάει). Είχε συννεφιά αλλά χωρίς κρύο, κι ακόµη κι η ερηµιά στα σοκάκια έδινε µια γοητεία. Τα χρόνια τα παλιά γνώρισε µεγάλη ανάπτυξη κι η Χώρα της, χτισµένη αµφιθεατρικά γύρω απ' το λιµάνι, έχει ανακηρυχθεί διατηρητέος οικισµός. Τη γυρίσαµε όλη και είναι µαγευτική. Υπέροχα σπίτια, δίπατα και βαµµένα σε ώχρα ή τερακότα, µε πράσινα, µωβ και καφετιά παντζούρια, είναι η απόλυτη απόδειξη πως αν η ανοικοδόµηση γίνει σωστά, δεν αποτελεί καθόλου πρόβληµα. Μας άρεσε που φαίνεται η φροντίδα, που είναι εµφανές πως έχει πέσει πολύ χρήµα. Υπάρχει καλύτερη αποδειξη ότι αγαπάς τον τόπο σου, όταν φτιάχνεις ένα υπέροχο σπίτι κι ας το χαίρεσαι µόνο τα καλοκαίρια;

Το
µεσηµέρι, κατάκοποι, χωθήκαµε σε µια καφετέρια γεµάτη ντόπιους, όπου ακούσαµε να συζητάνε για τον καιρό. Και προσέξαµε για πρώτη φορά πόσο πολύ είχε αρχίσει να φυσάει. Ούτε µας πέρασε απ' το µυαλό να ανησυχήσουµε, βέβαια, διότι µακάριοι οι πτωχοί.

Ανησυχήσα
µε µια κι έξω το απόγευµα στο λιµάνι, που το πλοίο δεν φαινόταν πουθενά.

Με το που το πήραµε χαµπάρι, έβαλα τα γέλια. Μετά µου κόπηκαν απότοµα, γιατί συνειδητοποίησα πως χάνω την αυριανή µου πτήση. Αυτό ήταν και το µοναδικό που µε έτσουξε στην όλη υπόθεση: το κατοστάρι που έσκασα για νέο εισιτήριο.

Οι Συµιώτες είναι γαµάτοι άνθρωποι. Βρήκαµε δωμάτιο σε ένα λεπτό, ρωτώντας στο περίπτερο. Μας το άφησε 30 ευρώ, µας άναψε το θερµοσίφωνα, µας έδειξε πού είναι το µίνι µάρκετ και πήγε στο καλό. Το επόµενο πρωί που τον πήραµε τηλέφωνο, «µη σκάτε», µας είπε, «µείνετε µέχρι το απόγευµα που έρχεται το πλοίο. Αφήστε τα λεφτά και τα κλειδιά στο κοµοδίνο και τραβήξτε την πόρτα πίσω σας. Και σας περιµένω το καλοκαίρι!»

Πεντακάθαρο, αξιοπρεπές, µε εκπληκτική θέα. Ο Νίκος κράτησε την κάρτα. Θα τον ξαναπροτιµήσουµε.

Μετά την εύρεση δωµατίου, ακολούθησε χάος.

-Νίκο, θέλω να κάνω µπάνιο. Να πάµε να πάρουµε σαµπουάν, οδοντόβουρτσες, θέλω κρέµα και αποσµητικό.
-Να πάµε.
-Και να βρούµε κανένα µαγαζί µε εσώρουχα.
-Litanie, είναι Κυριακή ΚΑΙ Απόκριες. Μίνι µάρκετ και τυχεροί είµαστε!
-Δεν µπορώ να κοιµηθώ µε τα ρούχα και δεν µένω µε το ίδιο εσώρουχο για δυο µέρες!
-Και τι θα κάνεις; Θ' αφήσει η γυναίκα το σπίτι της και θα 'ρθει να σου ανοίξει για να πάρεις ένα βρακί;
-Ναι ρε, θα 'ρθει! Άνθρωποι είµαστε!

Η κυρία Ελένη, ιδιοκτήτρια καταστήµατος µε είδη ένδυσης, εντοπίστηκε στην ταβέρνα της φίλης της.

-Βεβαίως, κορίτσι µου, να 'ρθω να σας ανοίξω! Σηκώθηκαν νοτιάδες ξαφνικά... Σας είδα στην καφετέρια το απόγευµα, σας άρεσε το νησί µας;
-Ρούφα, λέω στο Νίκο χαµηλόφωνα.
-Έχω και αντρικά, του λέει η κυρία Ελένη. Diesel και Μάκης Τσέλιος.
Σκάσαµε στα γέλια.
-Να δεις που θα µου βγουν τα σώβρακα πιο ακριβά απ' το δωµάτιο!

Εκτός από πιτζάµες και εσώρουχα, µου πρόσφερε το σταθερό της «για να µην ξοδεύεσαι µε το κινητό στην αναµονή της Ολυµπιακής». Oh, yes.

Στο γυρισµό για το ξενοδοχείο φυσούσε της κολάσεως. Κρατούσαµε τις σακούλες κλειστές, µην πάρει το περιεχόµενο ο αέρας.

-Θα µου φύγουν τα σώβρακα του Τσέλιου και θα τα κυνηγάω στο λιµάνι!, έσκουζε ο Νίκος.

Την άλλη µέρα, ούτε µποφοράκι. Ήλιος, ζέστη κι η θάλασσα λάδι. Το καταµαράν έφυγε κανονικά το απόγευµα, ήµασταν στη Ρόδο στις εφτά και την Τρίτη το πρωί πήρα την πτήση για Αθήνα και πήγα στο γραφείο απευθείας.

µαµά ήταν έξαλλη, µου λέει η αδελφή µου στο τηλέφωνο.
-Αλήθεια; Δεν µου το 'δειξε, ήταν πολύ συµπονετική!
-(σοβαρά-σοβαρά) Όχι µε σένα. Με τις καιρικές συνθήκες, που τόλµησαν να αποκλείσουν το παιδάκι της.

Πεθάναµε στο γέλιο.


Όπως είπε και µια φίλη, «την επόµενη φορά φρόντισε να αποκλειστείς καλοκαίρι στη Χάλκη. Δεν σου λέω τίποτα.»

Ικανούς µας έχω!