Η Χ. μού λέει ότι κάθε φορά που γυρίζω απ' τη Θεσσαλονίκη, τις πρώτες μέρες είμαι πιο ευερέθιστη και κάπως "εκτός". Λες και το μισό μου μυαλό είναι ακόμα στο δρόμο, σαν βαλίτσα της Αλιτάλια που θα φτάσει λίγες μέρες μετά από μένα.
Τα συν και τα πλην της ζωής σε κάθε πόλη τα είχα εντοπίσει απ' την αρχή, κι ο χρόνος που πέρασε απλώς τους έδωσε βάθος και με βοήθησε να τα συνειδητοποιήσω καλύτερα, χωρίς να προσθέσει τίποτε καινούργιο. Μέχρι πρότινος, τουλάχιστον. Γιατί πριν από λίγες μέρες βρήκα ένα ακόμη, το οποίο δεν μου άρεσε καθόλου μα καθόλου.
Εγώ γενικά δεν φοβάμαι. Ναι, η Αθήνα είναι χάβρα και στους δρόμους της κυλοφορεί κάθε καρυδιάς καρύδι κι απ' αυτή την άποψη δεν συγκρίνεται με καμιά άλλη Ελληνική πόλη και τα λοιπά, αλλά επειδή είχα συνηθίσει να ζω σε μέρη όπου κυκλοφορούσα χωρίς φόβο, δεν φοβόμουν ούτε εδώ. Χαζό; Ίσως. Είχα εξασφαλίσει την ψυχική μου υγεία, πάντως.
Εντάξει, δεν λέω ότι κόβω βόλτες στην Ευριπίδου όταν σκοτεινιάζει, αλλά όταν τον Σεπτέμβρη θέλησα να πάω απ' την πλατεία Καρύτση στου Ψυρρή με τα πόδια κατά τα μεσάνυχτα κι οι φίλες μού είπαν να πάρω μετρό, έσκασα στα γέλια. Κι όταν ο Κ. μου είπε ότι η κολλητή του, 28 χρονών γαϊδούρα, δεν μπαίνει μόνη της σε ταξί γιατί φοβάται, χρειάστηκε πολλή αυτοπειθαρχία για να μην του πω πως η Ε. ή είναι γελοία ή παίζει την κοντέσα.
Η μαμά μου, κοντά στις διάφορες θυμοσοφίες που μας πετάει, λέει κι αυτό: Ό,τι κατηγορείς το λούζεσαι. Μάλλον ήρθε η ώρα να λουστώ.
Την Παρασκευή μετά τον Επιτάφιο είπαμε με το Ν. να πάμε για ποτό. Επειδή όλοι μας μένουμε στη μέση του πουθενά κάπου στα ανατολικά της Θεσσαλονίκης, ήρθε να με πάρει με το αμάξι. Αντί να ανεβαίνει την ανηφόρα μέχρι το σπίτι, συνεννοηθήκαμε να πεταχτώ εγώ μέχρι την πλατεία, περίπου διακόσια μέτρα πιο κάτω.
Βγήκα απ' το σπίτι κατά τη μία κι ως συνήθως επικρατούσε απόλυτη ησυχία. Καθώς έκανα τα πρώτα βήματα, συνειδητοποίησα κάτι περίεργο, κάτι που δεν είχα συνδυάσει ποτέ με το συγκεκριμένο περιβάλλον. Ένα σφίξιμο που μ' έκανε να κοιτάζω διστακτικά γύρω. Λίγα βήματα ακόμη και το είχα εντοπίσει: ήταν φόβος.
Χωρίς πλάκα, τα πόδια μου καρφώθηκαν στο κράσπεδο της αυλής απ' τη σαστιμάρα.
Εδώ να κάνω μια παρένθεση για να πω ότι το πατρικό μου βρίσκεται σ' ένα χαριτωμένο χωριό που διαθέτει τα εξής: ένα δημοτικό σχολείο, μία εκκλησία, ένα καφενείο, δυο φούρνους κι ένα περίπτερο. Τα τρία τελευταία είναι προσθήκες της περασμένης δεκαπενταετίας - όταν πρωτομετακομίσαμε εκεί, το δημοτικό ήταν τριτάξιο και μόνο ο κεντρικός δρόμος είχε άσφαλτο. Από το 2000 και μετά η οικιστική ανάπτυξη είναι τεράστια, αλλά πρόκειται για συγκροτήματα από μεζονέτες. Οι περισσότεροι κάτοικοι χρησιμοποιούν το χωριό με μεγάλη επιτυχία για να μένουν - και τίποτε άλλο. Ψώνια, σχολείο και φροντιστήρια στο διπλανό δήμο. Καφέ και ποτό, κατευθείαν στο κέντρο της πόλης.
Από εκεί πήγα να σπουδάσω σε νησί, οπότε αντιλαμβάνεστε το λόγο που, όταν κατέπλευσα στην εξωτική Καλλιθέα, δεν ήξερα τι θα πει φόβος. Επίσης αντιλαμβάνεστε ότι ο πιο θανάσιμος κίνδυνος που διατρέχεις στους δρόμους του είναι να έρθει κάποιο αδέσποτο να σου γλείψει τα πόδια, οπότε ο φόβος που ένιωσα εκείνη τη στιγμή ήταν απλώς παρανοϊκός.
Έφτασα στο αμάξι του Ν. κάτασπρη.
-Τι έπαθες;, με ρώτησε ανήσυχος.
-Πρέπει να μετακομίσω, θρήνησα καθώς ριχνόμουν στο κάθισμα. Πρέπει να φύγω απ' την Αθήνα! Βγήκα στο δρόμο κι από αντανακλαστικό και μόνο, φοβόμουν! ΕΔΩ ΠΕΡΑ!
Ο Ν. είναι κύριος, οπότε αντί να σκάσει στα γέλια κάθισε και το ανέλυσε μαζί μου.
Δεν ξέρω πώς τρύπωσε μέσα μου αυτό το μαύρο πράγμα. Ειλικρινά, δεν έχω ιδέα. Ενώ η Καλλιθέα έχει αστική συγκοινωνία όλο το 24ωρο, τα βράδια παίρνω πάντοτε ταξί για να μη χρειαστεί να περπατήσω απ' τη στάση μέχρι το σπίτι - αυτή είναι και η μόνη παραχώρηση της λογικής μου απέναντι στην ασφάλεια. Δεν το ανέλυσα ποτέ, γιατί το κάνω εδώ και ενάμισι χρόνο. Αλλά ως εκεί. Όταν ζεις μόνη σου, η παρέα σου συνηθίζει να βγαίνει μετά τις έντεκα και δεν θέλεις να κάνεις τους φίλους σου ταξιτζήδες, δεν έχεις πολλές επιλογές. Και σοβαρά, δεν ένιωσα ποτέ περίεργα. Μάλλον η ανασφάλεια ήρθε σαν κάτι ύπουλο, μετά από τόσους μήνες ιστοριών τρόμου και «καλά, δεν φοβάσαι να περπατήσεις εκατό μέτρα μόνη σου μες στη νύχτα»; Και προφανώς την είχα θάψει τόσο βαθιά, που ήρθε κι εκδηλώθηκε σ' ένα άσχετο, απόλυτα ασφαλές περιβάλλον, ίσως για να κάνει αισθητή την παρουσία της. Το πρόβλημα είναι ότι το πέτυχε.
Σκατά.
Ignorance is bliss, μου πέταξε σήμερα ένας φίλος σε μια άσχετη συζήτηση. Η άγνοια είναι ευλογία. Αναρωτιέμαι αν είχα άγνοια του κινδύνου μέχρι πρότινος, ή αν απλά κρατούσα μια λογική ισορροπία, μην επιτρέποντας στο φόβο να κάνει τη ζωή μου πιο δύσκολη. Τείνω προς το δεύτερο, κι αυτό είναι που με τσατίζει περισσότερο.
Πριν από καμιά δεκαριά μέρες, συζητούσαμε με μια παρέα για το τι συνιστά ποιότητα ζωής. Η βασική μου επιχειρηματολογία εξαντλούνταν στο τοπίο γύρω σου και στην κίνηση στους δρόμους. Την επόμενη φορά, θα έχω να προσθέσω κάτι που θεωρώ ακόμη πιο σημαντικό: να μπορείς να περπατάς στους δρόμους της πόλης σου χωρίς να φοβάσαι.
Και να που η Αθήνα, σ' αυτόν τον τομέα, έγινε και για μένα φάουλ. Δεν πρόκειται να αλλάξω τίποτα, πάντως. Θα συνεχίσω να περπατάω εκατό μέτρα μέχρι τον κεντρικό τα Σαββατόβραδα που βγαίνω αργά και δεν θα παίρνω δυο γραμμές μετρό για μια απόσταση που θέλει πέντε λεπτά με τα πόδια.
Κι όποιος κερδίσει.
Τα συν και τα πλην της ζωής σε κάθε πόλη τα είχα εντοπίσει απ' την αρχή, κι ο χρόνος που πέρασε απλώς τους έδωσε βάθος και με βοήθησε να τα συνειδητοποιήσω καλύτερα, χωρίς να προσθέσει τίποτε καινούργιο. Μέχρι πρότινος, τουλάχιστον. Γιατί πριν από λίγες μέρες βρήκα ένα ακόμη, το οποίο δεν μου άρεσε καθόλου μα καθόλου.
Εγώ γενικά δεν φοβάμαι. Ναι, η Αθήνα είναι χάβρα και στους δρόμους της κυλοφορεί κάθε καρυδιάς καρύδι κι απ' αυτή την άποψη δεν συγκρίνεται με καμιά άλλη Ελληνική πόλη και τα λοιπά, αλλά επειδή είχα συνηθίσει να ζω σε μέρη όπου κυκλοφορούσα χωρίς φόβο, δεν φοβόμουν ούτε εδώ. Χαζό; Ίσως. Είχα εξασφαλίσει την ψυχική μου υγεία, πάντως.
Εντάξει, δεν λέω ότι κόβω βόλτες στην Ευριπίδου όταν σκοτεινιάζει, αλλά όταν τον Σεπτέμβρη θέλησα να πάω απ' την πλατεία Καρύτση στου Ψυρρή με τα πόδια κατά τα μεσάνυχτα κι οι φίλες μού είπαν να πάρω μετρό, έσκασα στα γέλια. Κι όταν ο Κ. μου είπε ότι η κολλητή του, 28 χρονών γαϊδούρα, δεν μπαίνει μόνη της σε ταξί γιατί φοβάται, χρειάστηκε πολλή αυτοπειθαρχία για να μην του πω πως η Ε. ή είναι γελοία ή παίζει την κοντέσα.
Η μαμά μου, κοντά στις διάφορες θυμοσοφίες που μας πετάει, λέει κι αυτό: Ό,τι κατηγορείς το λούζεσαι. Μάλλον ήρθε η ώρα να λουστώ.
Την Παρασκευή μετά τον Επιτάφιο είπαμε με το Ν. να πάμε για ποτό. Επειδή όλοι μας μένουμε στη μέση του πουθενά κάπου στα ανατολικά της Θεσσαλονίκης, ήρθε να με πάρει με το αμάξι. Αντί να ανεβαίνει την ανηφόρα μέχρι το σπίτι, συνεννοηθήκαμε να πεταχτώ εγώ μέχρι την πλατεία, περίπου διακόσια μέτρα πιο κάτω.
Βγήκα απ' το σπίτι κατά τη μία κι ως συνήθως επικρατούσε απόλυτη ησυχία. Καθώς έκανα τα πρώτα βήματα, συνειδητοποίησα κάτι περίεργο, κάτι που δεν είχα συνδυάσει ποτέ με το συγκεκριμένο περιβάλλον. Ένα σφίξιμο που μ' έκανε να κοιτάζω διστακτικά γύρω. Λίγα βήματα ακόμη και το είχα εντοπίσει: ήταν φόβος.
Χωρίς πλάκα, τα πόδια μου καρφώθηκαν στο κράσπεδο της αυλής απ' τη σαστιμάρα.
Εδώ να κάνω μια παρένθεση για να πω ότι το πατρικό μου βρίσκεται σ' ένα χαριτωμένο χωριό που διαθέτει τα εξής: ένα δημοτικό σχολείο, μία εκκλησία, ένα καφενείο, δυο φούρνους κι ένα περίπτερο. Τα τρία τελευταία είναι προσθήκες της περασμένης δεκαπενταετίας - όταν πρωτομετακομίσαμε εκεί, το δημοτικό ήταν τριτάξιο και μόνο ο κεντρικός δρόμος είχε άσφαλτο. Από το 2000 και μετά η οικιστική ανάπτυξη είναι τεράστια, αλλά πρόκειται για συγκροτήματα από μεζονέτες. Οι περισσότεροι κάτοικοι χρησιμοποιούν το χωριό με μεγάλη επιτυχία για να μένουν - και τίποτε άλλο. Ψώνια, σχολείο και φροντιστήρια στο διπλανό δήμο. Καφέ και ποτό, κατευθείαν στο κέντρο της πόλης.
Από εκεί πήγα να σπουδάσω σε νησί, οπότε αντιλαμβάνεστε το λόγο που, όταν κατέπλευσα στην εξωτική Καλλιθέα, δεν ήξερα τι θα πει φόβος. Επίσης αντιλαμβάνεστε ότι ο πιο θανάσιμος κίνδυνος που διατρέχεις στους δρόμους του είναι να έρθει κάποιο αδέσποτο να σου γλείψει τα πόδια, οπότε ο φόβος που ένιωσα εκείνη τη στιγμή ήταν απλώς παρανοϊκός.
Έφτασα στο αμάξι του Ν. κάτασπρη.
-Τι έπαθες;, με ρώτησε ανήσυχος.
-Πρέπει να μετακομίσω, θρήνησα καθώς ριχνόμουν στο κάθισμα. Πρέπει να φύγω απ' την Αθήνα! Βγήκα στο δρόμο κι από αντανακλαστικό και μόνο, φοβόμουν! ΕΔΩ ΠΕΡΑ!
Ο Ν. είναι κύριος, οπότε αντί να σκάσει στα γέλια κάθισε και το ανέλυσε μαζί μου.
Δεν ξέρω πώς τρύπωσε μέσα μου αυτό το μαύρο πράγμα. Ειλικρινά, δεν έχω ιδέα. Ενώ η Καλλιθέα έχει αστική συγκοινωνία όλο το 24ωρο, τα βράδια παίρνω πάντοτε ταξί για να μη χρειαστεί να περπατήσω απ' τη στάση μέχρι το σπίτι - αυτή είναι και η μόνη παραχώρηση της λογικής μου απέναντι στην ασφάλεια. Δεν το ανέλυσα ποτέ, γιατί το κάνω εδώ και ενάμισι χρόνο. Αλλά ως εκεί. Όταν ζεις μόνη σου, η παρέα σου συνηθίζει να βγαίνει μετά τις έντεκα και δεν θέλεις να κάνεις τους φίλους σου ταξιτζήδες, δεν έχεις πολλές επιλογές. Και σοβαρά, δεν ένιωσα ποτέ περίεργα. Μάλλον η ανασφάλεια ήρθε σαν κάτι ύπουλο, μετά από τόσους μήνες ιστοριών τρόμου και «καλά, δεν φοβάσαι να περπατήσεις εκατό μέτρα μόνη σου μες στη νύχτα»; Και προφανώς την είχα θάψει τόσο βαθιά, που ήρθε κι εκδηλώθηκε σ' ένα άσχετο, απόλυτα ασφαλές περιβάλλον, ίσως για να κάνει αισθητή την παρουσία της. Το πρόβλημα είναι ότι το πέτυχε.
Σκατά.
Ignorance is bliss, μου πέταξε σήμερα ένας φίλος σε μια άσχετη συζήτηση. Η άγνοια είναι ευλογία. Αναρωτιέμαι αν είχα άγνοια του κινδύνου μέχρι πρότινος, ή αν απλά κρατούσα μια λογική ισορροπία, μην επιτρέποντας στο φόβο να κάνει τη ζωή μου πιο δύσκολη. Τείνω προς το δεύτερο, κι αυτό είναι που με τσατίζει περισσότερο.
Πριν από καμιά δεκαριά μέρες, συζητούσαμε με μια παρέα για το τι συνιστά ποιότητα ζωής. Η βασική μου επιχειρηματολογία εξαντλούνταν στο τοπίο γύρω σου και στην κίνηση στους δρόμους. Την επόμενη φορά, θα έχω να προσθέσω κάτι που θεωρώ ακόμη πιο σημαντικό: να μπορείς να περπατάς στους δρόμους της πόλης σου χωρίς να φοβάσαι.
Και να που η Αθήνα, σ' αυτόν τον τομέα, έγινε και για μένα φάουλ. Δεν πρόκειται να αλλάξω τίποτα, πάντως. Θα συνεχίσω να περπατάω εκατό μέτρα μέχρι τον κεντρικό τα Σαββατόβραδα που βγαίνω αργά και δεν θα παίρνω δυο γραμμές μετρό για μια απόσταση που θέλει πέντε λεπτά με τα πόδια.
Κι όποιος κερδίσει.

0 σχολια:
Δημοσίευση σχολίου