Η μαμά πήγε στο χωριό, να κάνει την καθιερωμένη ετήσια καθαριότητα στη μαμά της. Το πρόγραμμα επαναλαμβάνεται σταθερά από τότε που θυμάμαι τον εαυτό μου:

Μαμά και θεία καταπλέουν έτοιμες για δράση.

Γιαγιά γκρινιάζει από το πρώτο λεπτό (καλά, το δεύτερο, αφού τις φιλήσει πρώτα), αναλογιζόμενη τρόπους για να σώσει τα τιμαλφή της.

Όπου τιμαλφή, βάλτε κομμάτια ύφασμα απ' τη δεκαετία του '70, αποφόρια τόσο διαλυμένα που δεν χρησιμεύουν ούτε για ξεσκονόπανα, σακούλες με άδειες κουβαρίστρες, κεντήματα είκοσι χρόνων που έμειναν ακέντητα και γενικά ο χαμός εντοπίζεται στα είδη προικός και μοδιστρικής. Η μαμά κι η θεία αναρωτιούνται πώς στο καλό ξεθάβουν κι άλλα κάθε χρόνο, αφού τον προηγούμενο Ιούνιο είχαν σηκώσει όλο το σπίτι. Είναι η πιο τρανή απόδειξη ότι τελικά η γιαγιά τα σώζει τα τιμαλφή της - μπορεί να υποφέρει μικρές απώλειες κάθε καλοκαίρι, αλλά μ' ένα μαγικό τρόπο το φορτίο του σπιτιού διατηρείται σχεδόν ανέπαφο!

Αν η μαμά κι η θεία είχαν καλπάζουσα φαντασία, θα εξέταζαν σοβαρά το ενδεχόμενο να έχει φτιάξει καμιά κρύπτη και να τα χώνει όλα μέσα πριν έρθουν. Εγώ προσωπικά θα ήμουν διατεθειμένη να το πιστέψω (αν μη τι άλλο, θα έλυνε το μυστήριο), αν δεν ήξερα ότι αυτό το σπίτι το είχαμε κάνει τόσο φύλλο και φτερό ως παιδιά με την αδελφή και τους ξαδέλφους μου, που είμαι απόλυτα σίγουρη ότι έχουμε ανακαλύψει όλα τα μυστικά του.

Βέβαια, εμείς το κάναμε φύλλο και φτερό με άλλους τρόπους. Μας μάγευε, μας γοήτευε να ανακαλύπτουμε όλα αυτά που είναι παραχωμένα στις γωνιές του, να βρίσκουμε κάθε φορά και κάτι νέο. Μεγάλο σπίτι, πάνω από εκατό τετραγωνικά, κι άλλα πενήντα σε πατάρια, σοφίτες και το υπόγειο. Ειδικά εκείνο το υπόγειο...

Τότε σκεφτόμουν πως είναι απλή περιέργεια - τα δικά μας σπίτια τα ξέραμε ήδη μέσα-έξω, οπότε ήταν πολύ συναρπαστικό να μαθαίνεις κι ένα ακόμη. Σήμερα πιστεύω πως το πιο σημαντικό στοιχείο ήταν η πατίνα του χρόνου. Αυτό το σπίτι κουβαλάει ιστορία δεκαετιών, όλες τις στιγμές της οικογένειας. Από τη φωτογραφία του γάμου της γιαγιάς και του παππού μέχρι τη σχολική ποδιά της μαμάς μου. Κι ακριβώς επειδή η γιαγιά είναι τόσο μαζώχτρα, κι αυτό το κληρονόμησε κι ο θείος μου, σε κάθε γωνιά θα δεις στοιχεία του παρελθόντος. Μνήμη.

Τα δικά μας τα σπίτια είναι επιφανειακά. Δεν έχουν κρυφές γωνιές, δεν έχουν πράγματα καταχωνιασμένα σ' ένα ντουλάπι. Τα αντικείμενα με τα οποία δεν διαδρώ καθημερινά στο σπίτι μου εξαντλούνται στις συσκευασίες απ' τις ηλεκτρικές συσκευές που έχω στο πατάρι. Στο πατρικό μου, στις συσκευασίες και σε κάποιες κούτες και βαλίτσες με παιδικά βιβλία και ρούχα. Καθαρές γραμμές, όχι συνονθύλευμα. Όλα στη θέση τους.

Πού είχα μείνει; Α, στο πρόγραμμα:

Μαμά και θεία ξεκινούν τις ανασκαφές.
Γιαγιά μπαινοβγαίνει με ύφος παραίτησης, σηκώνει σακούλες, κοιτάζει τα αντικείμενα νοσταλγικά.
Μοτίβο συζητήσεων:
-Αυτό, ρε μάνα, μπορείς να μου πεις τι το θέλεις; Γιατί το κρατάς;
-Αυτό το πουκάμισο είναι του πατέρα σου!
-Το βλέπω. Το φορούσε στη βάφτιση του Νίκου! (σ.σ. ξάδελφος 1, ετών 24)
-(θριαμβευτικά) Ναι!
-Τι ναι; Το φοράει σήμερα αυτό ο μπαμπάς;
-Άστο εκεί που είναι, το θέλω!

Όταν ήμουν μικρότερη, με θύμωνε πολύ όλο αυτό. «Δεν έχετε δικαίωμα να της πετάτε τα πράγματα», φώναζα. Ίσως γιατί διαισθανόμουν αυτό που ξέρω τώρα: ότι αυτά τα ξεσχισμένα ρούχα είναι οι αναμνήσεις της. Επειδή καταφέρνει να δει το Νίκο συνολικά δεκαπέντε μέρες το χρόνο, θέλει να κρατάει το πουκάμισο που φορούσε ο παππούς στα βαφτίσια του. Κι ας μη χρησιμεύει σε τίποτα.

Η φετινή καθαριότητα τελείωσε αναίμακτα. Η γιαγιά πρέπει να έσωσε κάμποσα τιμαλφή, επειδή την άκουσα μια χαρά στο τηλέφωνο. «Σε ζόρισαν;», τη ρώτησα με συμπάθεια. «Όχι καλέ, τι να με ζορίσουν; Μην ανησυχείς και δεν τις αφήνω εγώ. Κουμάντο στα σπίτια τους. Αυτά που θέλω, τα κρατάω!»

Μάλιστα. Τώρα το καλοκαίρι που θα πάμε, λέω να πω στους άλλους να ψάξουμε για εκείνη την κρύπτη. Ποτέ δεν ξέρεις - ίσως τελικά το σπίτι της γιαγιάς να κρύβει κι άλλα μυστικά...




Χάιλαϊτ των ημερών:
Μπαμπάς μόνος στη Θεσσαλονίκη. Τον παίρνω τηλέφωνο.
-Σ' άφησε μόνο σου, γλυκούλι μου; Πώς τα περνάς χωρίς παρέα;
-Πφφφ... μια χαρά!
-Μια χαρά;!
-Βεβαίως. Το μοναχό το κατσίκι βοσκάει καλύτερα!
-Σαν δεν ντρέπεσαι! Τι κάνεις τώρα;
-Χαλαρά. Ήρθε από δω κι η Μ., φάγαμε και τώρα βλέπουμε το Παρά Πέντε.

Δυο παρατηρήσεις:
Μπορείς να βγάλεις τον Κρητικό απ' την Κρήτη, αλλά όχι την Κρήτη απ' τον Κρητικό (για το κατσίκι λέω).
Η αδελφή μου μένει με το φίλο της, το πατρικό μας είναι μία ώρα απ' τη δουλειά της, την επομένη δούλευε πρωί, αλλά σηκώθηκε και πήγε για να του κάνει παρέα. Γεια σου, ρε πατέρα, που βόσκεις μόνος σου καλύτερα!

4 σχολια:

Lina είπε...

χχαχαχαχααα, αχ αυτοι οι πατεραδες οι... ανεξάρτητοι =Ρ


όσο για τη γιαγιά.... κάτι μου λέει ότι κάπως έτσι θα γίνω κι εγώ κάποτε =) μνήμες, παντού μνήμες, κι ας μη θυμάμαι τι έφαγα χθες =Ρ

Litanie des Saints είπε...

Λίνα, ναι, ναι! Τρομάρα του! Έσκασα στα γέλια!
Μπα, εγώ έχω κληρονομήσει τη μανία της μαμάς μου για εκκαθάριση. Προϊόν μετακομίσεων και μιας δεκαπεντατίας σε σπίτια με λίγες ντουλάπες...

Flonsavardu είπε...

αα, η γιαγιά σου είναι σαν τη θεία μου. κάθε φορά που πάω σπίτι της γκρινιάζει που έχουν ένα σωρό πράγματα και δεν μπορεί να συμμαζέψει, αλλά αυτή είναι που δεν πετάει τίποτα!

Litanie des Saints είπε...

Τα παιδιά της τι κάνουν; :Ρ